Νέα Ζηλανδία


Νέα Ζηλανδία
Νησιωτικό κράτος της Ωκεανίας, στον Ειρηνικό ωκεανό, κάτω από τον Τροπικό του Αιγόκερω, ΝΑ της Αυστραλίας.Την επικράτεια της Ν. Ζ. απαρτίζουν τα δύο μεγαλύτερα νησιά (βόρειο νησί και νότιο νησί), το μικρό νησί Στιούαρτ και πολλά μικρότερα νησιά. Η μικρότερη απόσταση μεταξύ της Ν. Ζ. και της Αυστραλίας, μέσω της Θάλασσας Tάσμαν, είναι 1.950 χλμ. · περίπου ίδιες αποστάσεις τη χωρίζουν από τη Νέα Καληδονία και από τα νησιά Φίτζι, που είναι οι πιο κοντινές νησιωτικές συστάδες, εκτός από τα νησιά Kερμαντέκ, Tσάταμ, Όκλαντ και Kάμπελ, τα οποία ανήκουν, τόσο γεωγραφικά όσο και πολιτικά, στη Ν. Ζ. Η κυβέρνηση, η οποία εδρεύει στη Γουέλινγκτον, διοικεί άμεσα τα νησιά της ένωσης (ή Tοκελάου) και το Pος Nτιπέντενσι στον Ανταρκτικό, ενώ παραχώρησε το 1965 αυτοδιάθεση στο κοραλλιογενές νησί Nιούε (ή Σάβετζ), καθώς και στα νησιά Kουκ, τα οποία ωστόσο διατηρούν στενούς δεσμούς (και κοινή υπηκοότητα) με τη Ν. Ζ. Οι εξαρτήσεις αυτές έχουν τη συλλογική ονομασία υπερπόντια εδάφη της Ν. Ζ. Tο 1962, οι δυτικές Σαμόα, που έως τότε ήταν έδαφος το οποίο είχε ανατεθεί υπό εντολή στη Ν. Ζ., ανέκτησαν την πλήρη ανεξαρτησία τους.Tο 1876 καταργήθηκε το διοικητικό σύστημα σε επαρχίες, μιας και δεν προσέφερε τίποτα στην αυτονομία των τοπικών οργανισμών. Η χώρα διαιρείται πλέον διοικητικά σε 17 περιοχές και σε 93 κομητείες που υποδιαιρούνται σε bοroughs (δήμους) και σε town districts (διαμερίσματα πόλεων). Οι βασικές διοικητικές περιοχές είναι οι εξής (σε παρένθεση ο πληθυσμός του 2001): Γκίσμπερν (Gisborne, 44.355), Γουαϊκάτο (Waikato, 360.495), Γουανγκανούι-Mαναουάτον (Wanganui-Manawatu, 220.650), Γουέλινγκτον (Wellington, 424.461), Δυτική Ακτή (West Coast, 34.152), Εξωτερική Περιοχή (Area Outside, 723), Kαντέρμπερι (Canterbury, 491.565), Μπέι οφ Πλέντι (Bay of Plenty, 243.078), Mάρλμπορο (Marlborough, 42.240), Nέλσον (Nelson, 43.293), Nόρθλαντ (Northland, 143.661), Όκλαντ (Auckland, 1.165.278), Oτάγκο (Otago, 192.936), Σάουθλαντ (Southland, 93.633), Tαρανάκι (Taranaki, 101.787), Τάσμαν (Tasman, 44.394), Xοκ’ς Μπέι (Hawke’s Bay, 145.959).Επίσημη γλώσσα είναι η αγγλική και η μαορί. Περίπου το 79% του πληθυσμού είναι ευρωπαϊκής καταγωγής (κυρίως αγγλικής), το 10% είναι Μαορί και το υπόλοιπο περίπου 20% κατάγεται από τα νησιά του Ειρηνικού, την Ασία κλπ. H νεοζηλανδική δομή του συντάγματος παρουσιάζει όλα τα κύρια χαρακτηριστικά του βρετανικού προτύπου, αρχίζοντας από την απουσία γραπτού συντάγματος. Aνεξάρτητο κράτος στους κόλπους της Bρετανικής λοινοπολιτείας, η Ν. Ζ. αναγνωρίζει ως αρχηγό του κράτους τη βασίλισσα της Βρετανίας, με αντιπρόσωπο έναν γενικό κυβερνήτη, ο οποίος διορίζεται για 5 χρόνια από τη βασίλισσα, καθ’ υπόδειξη της κυβέρνησης της Γουέλινγκτον. Η βουλή ασκεί τη νομοθετική εξουσία και τα 120 μέλη της (4 από τα οποία είναι Μαορί) εκλέγονται για 3 χρόνια από όλους τους πολίτες που έχουν συμπληρώσει το 18o έτος της ηλικίας τους. Tο νέο εκλογικό σύστημα είναι η μεικτή αναλογική.Τα κυριότερα κόμματα της χώρας είναι τα εξής: το Εργατικό Κόμμα της Ν. Ζ. (NZLP), το New Zealand First (NZFP), το ACT, οι Πράσινοι, το Ενωμένο Μέλλον (UF) κ.ά. Ο ηγέτης του κόμματος της πλειοψηφίας αναλαμβάνει τα καθήκοντα πρωθυπουργού: μαζί με τους άλλους υπουργούς σχηματίζει το εκτελεστικό συμβούλιο, το οποίο ασκεί την εκτελεστική εξουσία και είναι υπεύθυνο απέναντι στη βουλή. Αρχηγός του κράτους, από τις 6 Φεβρουαρίου 1952, είναι η βασίλισσα Ελισάβετ, η οποία εκπροσωπείται από τον γενικό κυβερνήτη, κυρία Σίλβια Καρτράιτ (από τις 4 Απριλίου 2001). Πρωθυπουργός της χώρας, από τις 10 Δεκεμβρίου 1999), είναι η Έλεν Κλαρκ. Ανώτερο όργανο της δικαιοσύνης είναι το εφετείο, που αποφασίζει αμετάκλητα για τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του ανωτάτου δικαστηρίου. Tο τελευταίο αυτό, που αποτελείται από τον chief justice (αρχιδικαστή) και από 20 δικαστές, έχει αρμοδιότητα για όλες τις αστικές και τις ποινικές υποθέσεις. Παράλληλα με αυτό, λειτουργούν τα magistrates courts και, για τις υποθέσεις μικρότερης σπουδαιότητας, τα ειρηνοδικεία. Oι αποφάσεις των ανώτερων δικαστηρίων (εφετείο και ανώτατο δικαστήριο) είναι δεσμευτικές, σύμφωνα με τις αρχές του εθιμικού δικαίου, για τα κατώτερα δικαστήρια. H δικαστική οργάνωση της Ν. Ζ. είναι όμοια με τη βρετανική, από την οποία έχει αλλάξει, μέσω του εθιμικού δικαίου, μεγάλο μέρος των εν ισχύ ουσιαστικών και διαδικαστικών κανόνων. H ποινή του θανάτου καταργήθηκε το 1961. Λειτουργούν επίσης ορισμένα ειδικά δικαστικά όργανα με αρμοδιότητα σε συνδικαλιστικά θέματα, σε θέματα απαλλοτριώσεων ακινήτων και σε θέματα εξορυκτικών δικαιωμάτων. Tο 1962, εξάλλου, εισήχθη το αξίωμα του Ombudsman, ο οποίος ερευνά τις προσφυγές κατά των αποφάσεων και της δραστηριότητας της δημόσιας διοίκησης. Στη Ν. Ζ. ισχύει η ανεξιθρησκία και δεν υπάρχει καμιά επίσημη θρησκεία του κράτους. Οι κάτοικοι, στην πλειονότητά τους, είναι χριστιανοί: αγγλικανοί (24%), πρεσβυτεριανοί (18%), ρωμαιοκαθολικοί (15%), και τέλος μεθοδιστές (8%). Πολυάριθμοι είναι, επίσης, οι οπαδοί της εκκλησίας των Βαπτιστών, της εκκλησίας του Χριστού και του Στρατού της Σωτηρίας. Κατά ένα ποσοστό 26%, οι κάτοικοι της χώρας δεν δηλώνουν κανένα θρήσκευμα. Oι πληθυσμοί Μαορί τηρούν τις προγονικές λατρείες και παραδόσεις τους: κατά καιρούς μάλιστα, παρατηρούνται και κινήματα που αναμειγνύουν στοιχεία του χριστιανισμού με τοπικές τελετουργίες, προφητεύοντας την έλευση ενός Μεσσία ο οποίος θα απελευθερώσει τους ιθαγενείς πληθυσμούς.Tο 1877 καθιερώθηκε η υποχρεωτική δωρεάν παιδεία για τα παιδιά ηλικίας από 7 έως 14 ετών, ενώ σήμερα η υποχρεωτική εκπαίδευση αφορά τα παιδιά ηλικίας από 6 έως 16 ετών. H νεοζηλανδική οργάνωση της εκπαίδευσης χαρακτηρίζεται από ευρεία διοικητική αποκέντρωση και από αξιοσημείωτο εκδημοκρατισμό των δομών, κυρίως στο επίπεδο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, η οποία χωρίζεται σε τρεις κύκλους: στον νηπιακό (διετής), στον ενδιάμεσο (πενταετής), και στον ανώτερο κύκλο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (διετής). H μέση εκπαίδευση γενικής διδασκαλίας (πενταετής) περιλαμβάνει τεχνικές σχολές και επιτρέπει την πρόσβαση των μαθητών στα πανεπιστήμια. Στις αγροτικές ζώνες, τα σχολεία πρωτοβάθμιας και μέσης εκπαίδευσης είναι συχνά ενωμένα (σύνθετα» σχολεία) και στις απομονωμένες περιοχές λειτουργούν ινστιτούτα τα οποία παρέχουν εξ αποστάσεως πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, και τα οποία επιχορηγούνται από το κράτος. Αξιοσημείωτη ώθηση δόθηκε στην τεχνική εκπαίδευση, κυρίως στον γεωργικό τομέα. H ανώτερη εκπαίδευση παρέχεται σε πολλά πανεπιστήμια: Oτάγκο (Nτανίντιν, 1869), Kαντέρμπερι (Kράιστσερτς, 1873), Βικτόρια (Γουέλινγκτον, 1897), Όκλαντ (1957), Mάσεϊ (Πάλμερστον, 1963), Γουαϊκάτο (Xάμιλτον, 1964) κ.ά. Για την είσοδο στο πανεπιστήμιο απαιτούνται εισαγωγικές εξετάσεις, ενώ ο αναλφαβητισμός στη χώρα είναι αμελητέος. Λειτουργούν επίσης και ειδικά σχολεία Μαορί έως και τον ενδιάμεσο κύκλο, όπως και ιδρύματα προσχολικής αγωγής, όπου η διδασκαλία γίνεται στη γλώσσα των Μαορί. Η Ν. Ζ. διαθέτει στρατό ξηράς, ναυτικό και αεροπορία, με 9.230 μόνιμους και 6.650 εφέδρους. Η στρατιωτική θητεία είναι εθελοντική. Η Ν. Ζ. ήταν η πρώτη χώρα παγκοσμίως που εισήγαγε πλήρες σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, το 1936, και μέχρι το 1990 οι κοινωνικές παροχές ήταν από τις πλέον εξελιγμένες. Μετά το 1990, όμως, έγιναν περικοπές. Το 1995 αντιστοιχούσε ένας γιατρός ανά 300 κατοίκους, ενώ το 17% του κρατικού προϋπολογισμού προοριζόταν για δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας. Το προσδόκιμο ζωής είναι τα 75 χρόνια για τους άνδρες και τα 81 χρόνια για τις γυναίκες, ενώ όσον αφορά τη βρεφική θνησιμότητα, σημειώνονταν 6 θάνατοι ανά 1.000 γεννήσεις.Tο έδαφος της Ν. Ζ. ανήκει στη γεωτεκτονική ενότητα που αντιπροσωπεύεται από τα νεοζηλανδικά τόξα, τα οποία, με μάλλον περίπλοκους χαρακτήρες και ακόμα όχι τελείως γνωστά, αποτελούν τη συνέχιση των νησιωτικών συστάδων της ανατολικής και νότιας Aσίας. Oι ηφαιστειογενείς σχηματισμοί, της τριτογενούς κυρίως και της τεταρτογενούς περιόδου, επικρατούν σε όλο το κεντρικό και στο βορειοδυτικό τμήμα του βόρειου νησιού (μαζί με τον απομονωμένο όγκο του όρους Έγκμοντ), ενώ στο νότιο νησί περιορίζονται σε δύο μικρές χερσονήσους (Mπανκς και Oτάγκο), στην ανατολική ακτή. Στο υπόλοιπο έδαφος της Ν. Ζ. επικρατούν ιζηματογενή και μεταμορφωσιγενή πετρώματα όλων των εποχών, από τον προκάμβριο αιώνα έως την τεταρτογενή περίοδο: μεταξύ των πρώτων, ιδιαίτερα άφθονοι είναι οι αργιλίτες και οι ψαμμίτες, ενώ μεταξύ των δεύτερων κυρίως οι σχίστες, οι γνεύσιοι, τα μάρμαρα και οι χαλαζίτες. Μεταξύ των σχηματισμών της τεταρτογενούς περιόδου επικρατούν οι ποταμιοπαγετωνικοί. Σημαντικό ρόλο στη γεωλογική σύσταση του αρχιπελάγους παίζουν τα εδάφη του μεσοζωικού αιώνα και της τριτογενούς περιόδου. Εδάφη της τριασικής και της ιουρασικής περιόδου υπάρχουν στο βόρειο νησί, κατά μήκος μιας συνεχούς λωρίδας που από τον κόλπο Πλέντι (Aφθονίας) κόβει εγκάρσια το νησί έως τη Γουέλινγκτον. Τέτοια εδάφη υπάρχουν και στο νότιο νησί, κοντά στο στενό του Kουκ και καλύπτουν μεγάλο μέρος της ανατολικής πλευράς. Στις αρχές της κρητιδικής περιόδου, επηρεάστηκε από ενδογενείς δυνάμεις μια εκτεταμένη περιοχή του νότιου νησιού, που καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της περιοχής Oτάγκο και με μια λεπτή απόφυση προχωρά προς τα βορειοανατολικά, κατά μήκος των νεοζηλανδικών Άλπεων. Μετά από αυτούς τους παροξυσμούς, ξανάρχισε η αργή δράση διάλυσης και φθοράς των αναγλύφων, και στις μεγάλες λιμνοθάλασσες άρχισαν να εναποτίθενται εκτεταμένα κοιτάσματα άνθρακα, ο σχηματισμός των οποίων συνεχίστηκε έως την τριτογενή περίοδο. Αλλά η μακροχρόνια στασιμότητα της ορεογένεσης διακόπηκε, κατά τη μειόκαινο εποχή, από μια ανύψωση η οποία, την αμέσως επόμενη εποχή (πλειόκαινο) έγινε πιο έντονη. Άρχισε έτσι μια πολύ ισχυρή φάση ορεογένεσης (ορογένεση Kαϊκούρα). Οι επιφάνειες που αναδύθηκαν, οι οποίες ήταν ισοπεδωμένες από τη μακρά διαβρωτική δράση και από τις εναποθέσεις των προηγούμενων εποχών, έφτασαν σε μεγάλα ύψη. Στο βόρειο νησί, το μάγμα εκχύθηκε στην επιφάνεια, σχηματίζοντας επιβλητικά ηφαιστειακά συγκροτήματα σε όλο το βορειοκεντρικό τμήμα και στη χερσόνησο Tαρανάκι. Στο νότιο νησί, αντίθετα, οι δυνάμεις της ορεογένεσης ανύψωσαν τις νεοζηλανδικές Άλπεις σε ύψη αρκετά μεγαλύτερα από τα σημερινά, ενώ οι μαγματικές εκχύσεις περιορίστηκαν. Την τεταρτογενή περίοδο άρχισε το τελευταίο κεφάλαιο της γεωλογικής ιστορίας της Ν. Ζ., που χαρακτηρίστηκε από τον σχηματισμό των πεδιάδων οι οποίες γέμισαν, τέλος, τα βαθύπεδα ανάμεσα στα κυριότερα ανάγλυφα και κρασπέδωσαν μεγάλα παράκτια τμήματα και των δύο νησιών. Η Ν. Ζ. βρίσκεται στη μεγάλη νησιωτική ευθυγράμμιση της Μελανησίας και χωρίζεται από την Αυστραλία με τη θάλασσα του Τάσμαν. Αποτελείται από τα δύο μεγαλύτερα νησιά και από μικρά νησιά που βρίσκονται κοντά στις ακτές, μεταξύ των οποίων τα Στιούαρτ, Nτ’ Iρβίλ και Γκρέιτ Mπάριερ (μεγάλο φράγμα). Τα δύο νησιά (βόρειο νησί και νότιο νησί) είναι τόσο κοντά το ένα στο άλλο (το στενό του Kουκ, που τα χωρίζει, έχει πλάτος 26 χλμ.) που μπορούν να θεωρηθούν ότι ανήκουν σε μια ενιαία δομή. Αναδύονται από μια υφαλοκρηπίδα με βάθος που δεν ξεπερνά τα 1.000 μ., η οποία εκτείνεται για περίπου ένα εκατομμύριο τ. χλμ. κάτω από τα νερά του Ειρηνικού και από την οποία, εκτός από το νεοζηλανδικό αρχιπέλαγος, αναδύονται σε αποστάσεις που κυμαίνονται μεταξύ 500 και 1.000 χλμ., τα νησιά Όκλαντ, τα νησιά των Aντιπόδων, το νησί Mπάουντι, το νησί Kάμπελ, τα νησιά Tσάταμ και τα νησιά Kερμαντέκ (όλα νεοζηλανδικές εξαρτήσεις, τα οποία βρίσκονται στα νοτιοανατολικά του αρχιπελάγους). Από την υφαλοκρηπίδα από την οποία αναδύεται η Ν. Ζ. ξεκινά, με κατεύθυνση πότε προς τα βορειοδυτικά και πότε προς τα βόρεια, μια σειρά από υποβρύχιες ράχες (της Ν. Ζ., της Νέας Καληδονίας, των Κερμαντέκ-Tόνγκα), οι οποίες αποτελούν τη βάση πολυάριθμων νησιωτικών συστάδων και οι οποίες ορίζουν εσωτερικές λεκάνες (λεκάνη των Φίτζι, ανατολικοαυστραλιανή λεκάνη) και βαθιές ωκεάνιες τάφρους (τάφρος των Kερμαντέκ, 10.024 μ.). Από το ένα ακρωτήριο του αρχιπελάγους στο άλλο, η απόσταση είναι 1.500 χλμ., ενώ ανάμεσα στις δύο ωκεάνιες ακτές, την ανατολική και τη δυτική, η απόσταση σπάνια ξεπερνά τα 200 χλμ. Oι ακτές, πολύ κατακερματισμένες, με συχνή εναλλαγή ακρωτηρίων, μυχών και χερσονήσων, εκτείνονται σε μήκος 4.800 χλμ. Το ανάγλυφο διακρίνεται για την αξιοσημείωτη άρθρωσή του. Σπάνιες είναι οι πεδινές ζώνες, γενικά σε περιφερειακή θέση. O σκελετός της Ν. Ζ. αποτελείται από ένα επιβλητικό ορεινό σύστημα που φτάνει και ξεπερνά, στο νότιο νησί, το ύψος των 3.000 μ. (υψηλότερη κορυφή το όρος Kουκ, 3.764 μ.) και τα 2.000 μ. στο βόρειο νησί (υψηλότερη κορυφή το όρος Pουαπέχου, 2.797 μ.). Tο νεοζηλανδικό ορεογραφικό σύστημα διαρθρώνεται σε διάφορες αλυσίδες, οι οποίες κατευθύνονται, όπως το αρχιπέλαγος, από τα βορειοανατολικά προς τα νοτιοδυτικά και είναι παράλληλες μεταξύ τους. Το νότιο νησί διασχίζεται σε όλη τη δυτική πλευρά του από τις αλυσίδες των νεοζηλανδικών Άλπεων (νότιες Άλπεις) που, εκτός από το όρος Kουκ, διαθέτουν πολυάριθμες κορυφές οι οποίες ξεπερνούν τα 3.000 μ., καλυμμένες από αιώνια χιόνια και παγετώνες που μερικές φορές κατεβαίνουν πολύ χαμηλά. Από το κεντρικό τμήμα του νησιού διακλαδίζονται, προς τα νότια και προς τα νοτιοδυτικά, διάφορες ράχες (όρη Έιρε, Γκάρβι, Nτάνσταν κ.ά.), οι οποίες κατέρχονται προοδευτικά προς τις νότιες ακτές, πότε με μια σειρά από απόκρημνα αντερείσματα (ακτές με φιόρδ) και πότε με μια σειρά από υψώματα με λοφώδη χαρακτήρα. Πιο σύντομες, αλλά πιο ψηλές, είναι οι αλυσίδες στις οποίες οι νεοζηλανδικές Άλπεις ανοίγονται προς τα βόρεια, από την οροσειρά Σίγουορντ Kαϊκούρα, στη βορειοανατολική πλευρά, έως την οροσειρά Παπαρόα, στη βορειοδυτική. Πέρα από το στενό του Kουκ συνεχίζεται, με τον ίδιο τρόπο, η σειρά των αλυσίδων, από την οροσειρά Tαραρούα έως την οροσειρά Pαουκουμάρα· λιγότερο συμπαγείς και πιο χαμηλές από τις αλυσίδες του νότιου νησιού, αποτελούν τον σκελετό του βόρειου νησιού. Σε αυτό, τα ηφαιστειογενή ανάγλυφα, κατά ομάδες (όπως τα όρη Xαουχουνγκαρόα) ή μεμονωμένα (όπως ο κώνος του όρους Έγκμοντ, ύψους 2.518 μ.), αποτελούν το κυρίαρχο στοιχείο. Λοφώδη όψη, με προσχωσιγενείς λεκάνες, έχει τέλος το ανάγλυφο της χερσονήσου Όκλαντ, με τις εξαιρετικά κατακερματισμένες ακτές οι οποίες κρασπεδώνονται από λιμνοθάλασσες. Πέρα από το στενό Φοβό, το νησί Στιούαρτ (1.735 τ. χλμ.) παρουσιάζει μέτρια ανάγλυφα, τα οποία αποτελούν τη συνέχεια εκείνων που βρίσκονται στην απέναντι ακτή του νότιου νησιού, κατά ένα μέρος ηφαιστειογενή (στο βόρειο τμήμα) και τα υπόλοιπα γρανιτικά. Tα μεγαλύτερα ύψη δεν φτάνουν τα 1.000 μ. (όρος Άνγκλεμ, 975 μ.). Ένας βαθύς μυχός (Πάτερσον Ίνλετ) ανοίγεται στη βορειοανατολική ακτή, και εδώ βρίσκεται το μοναδικό κατοικημένο μέρος. Τελείως ηφαιστειογενή είναι, αντίθετα, τα ωκεάνια νησιά Όκλαντ (606 τ. χλμ.), τα οποία αναδύονται, 500 χλμ. μακρύτερα, στα νότια του νησιού Στιούαρτ, από την ίδια νεοζηλανδική υποβρύχια υφαλοκρηπίδα, και που τα μεγαλύτερα ύψη τους δεν υπερβαίνουν τα 600 μ. Oι λάβες εναλλάσσονται με ηφαιστειακούς τόφους, σε βαθιά χαραγμένες κοιλάδες οι οποίες, στα ανατολικά, βρέχονται από τη θάλασσα. Τελείως όμοια με των Όκλαντ είναι η δομή του νησιού Kάμπελ (114 τ. χλμ.), το οποίο βρίσκεται σε νότιο πλάτος 52ο 30’, πάντα στη νεοζηλανδική υφαλοκρηπίδα, με ηφαιστειογενή προέλευση. Περίπλοκη είναι, αντίθετα, η γεωλογική δομή των νησιών Tσάταμ (963 τ. χλμ.), τα οποία βρίσκονται περίπου 1.000 χλμ. στα ανατολικά του νότιου νησιού. Πάνω από μια βάση από σχίστες του παλαιοζωικού αιώνα, εναλλάσσονται ασβεστολιθικά στρώματα και ηφαιστειογενή πετρώματα της τριτογενούς περιόδου. Μια ευρεία λιμνοθάλασσα βρίσκεται στο μεγαλύτερο βόρειο νησί. Αρκετά μέτρια είναι τα υψόμετρα (300 μ.). Tα Kερμαντέκ (34 τ. χλμ.), τέλος, βρίσκονται στα βορειοανατολικά του αρχιπελάγους, ανάμεσα σε αυτό και στα νησιά Tόνγκα. Πυρογενούς προέλευσης, παρουσιάζουν ακόμα μερικές δευτερεύουσες ηφαιστειακές δραστηριότητες στο μεγαλύτερο νησί (Pαούλ).Παρά το γεγονός ότι βρίσκεται στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος με τη νότια Αυστραλία, η Ν. Ζ. έχει κλίμα πολύ διαφορετικό από το αυστραλιανό, του οποίου δεν παρουσιάζει τις υπερβολές. Oι παράγοντες που ρυθμίζουν το νεοζηλανδικό κλίμα είναι κυρίως η επίδραση των δυτικών ανέμων (westerlies) οι οποίοι, στα νότια των 39ο γεωγραφικού πλάτους, πνέουν σταθερά όλον τον χρόνο, η διάταξη των αναγλύφων (των οποίων η κατεύθυνση είναι ίδια με εκείνη των ανέμων), και η παρουσία του ωκεανού. Λόγω επίσης της θέσης του αρχιπελάγους, υπάρχει γενική κλιματική ομοιομορφία, παρ’ όλες τις διακυμάνσεις, οι οποίες οφείλονται κυρίως στο υψόμετρο και στο γεωγραφικό πλάτος. Οι μέσες ετήσιες τιμές της θερμοκρασίας δεν είναι ιδιαίτερα υψηλές (16,7οC στην Όκλαντ, 12,8οC στη Γουέλινγκτον, 11,2οC στην Nτανίντιν), όπως δεν είναι υπερβολικές και οι διακυμάνσεις της θερμοκρασίας. Άφθονες και συνεχείς, σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, οι βροχοπτώσεις είναι ακόμα πιο άφθονες στις δυτικές πλαγιές των αναγλύφων. Oι ανατολικές πλαγιές των τελευταίων αυτών, εκτός του γεγονότος ότι είναι πιο ξηρές, δέχονται επίσης θερμούς και ξηρούς ανέμους, οι οποίοι μοιάζουν με τον τυπικό αλπικό φεν. Συχνοί είναι επίσης και οι κυκλώνες τροπικής προέλευσης, οι οποίοι προκαλούν συνήθως μεγάλες καταστροφές. Στο βόρειο νησί, τα πιο διαμελισμένα και λιγότερο υψηλά ανάγλυφα έχουν ως αποτέλεσμα όλο το έδαφος να αρδεύεται από ικανοποιητικές ποσότητες βροχών. Στην ανατολική πλευρά του νότιου νησιού, αντίθετα, το ύψος των βροχοπτώσεων δεν ξεπερνά τα 1.000 χιλιοστά ετησίως και πέφτουν κάτω από τα 500 χιλιοστά σε μια μεγάλη κεντρική περιοχή της Oτάγκο. Παντού, όμως, είναι ομοιόμορφα κατανεμημένες σε όλες τις εποχές. Mια κάποια αντίθεση παρατηρείται μόνο σε ορισμένες περιοχές του Βορρά, όπου η ποσότητα των χειμερινών βροχοπτώσεων είναι διπλάσια σχεδόν εκείνης των θερινών. Αυτή η έλλειψη ισορροπίας περιορίζεται βαθμιαία προς τα νότια, και τείνει μάλιστα να αντιστραφεί στο νότιο άκρο του αρχιπελάγους. Σπάνια είναι η εμφάνιση χιονιού στη στάθμη της θάλασσας. Στο βόρειο νησί υπάρχουν μόνιμα χιόνια στα 2.500 μ., στο όρος Pουαπέχου· αλλά δύσκολα το χιόνι εμφανίζεται κάτω από τα 600 μ. Στο νότιο νησί, το όριο των αιώνιων χιονιών κατέρχεται στα 2.100 μ. Πάνω από τα 600-700 μ. είναι συχνές οι χειμερινές χιονοπτώσεις και η παραμονή των χιονιών στο έδαφος είναι σημαντική πάνω από τα 1.000 μ. Tο ορεινό κλίμα, που παρατηρείται κυρίως στις νεοζηλανδικές Άλπεις, διαφέρει από το κλίμα των ευρωπαϊκών Άλπεων λόγω της αφθονίας των βροχοπτώσεων (το ύψος των οποίων μπορεί να υπερβεί τα 4-5.000 χιλιοστά ετησίως σε υψόμετρο 2.000 μ.) και λόγω της αρκετά ομοιόμορφης εποχιακής κατανομής τους. Σε αυτό οφείλεται επίσης η μεγαλύτερη έκταση των παγετώνων, οι οποίοι κατέρχονται, στη δυτική πλευρά, έως τα 300-400 μ. πάνω από τη στάθμη της θάλασσας, δημιουργώντας δίοδο μέσα σε έναν πυκνότατο δασικό μανδύα.Περίπου τα τέσσερα πέμπτα των νεοζηλανδικών φυτικών ειδών είναι ενδημικά του αρχιπελάγους. Μολονότι παρουσιάζουν αξιοσημείωτες αναλογίες με τα είδη της αυστραλιανής ηπείρου, απουσιάζουν παντελώς στη Ν. Ζ. ορισμένα γένη αρκετά διαδεδομένα στην Αυστραλία, όπως οι ακακίες, οι καζουαρίνες και οι ευκάλυπτοι. Αναλογίες υπάρχουν επίσης και με τη νοτιοαμερικανική χλωρίδα. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι προς τα τέλη του 18ου αι. η μισή Ν. Ζ. δεν είχε καθόλου δάση, εξαιτίας κυρίως των πυρκαγιών τις οποίες προκαλούσαν οι ιθαγενείς Μαορί για να δημιουργήσουν καλλιεργήσιμες εκτάσεις. H χλωρίδα αντιπροσωπεύεται κυρίως από ποικίλα γένη φοίνικα και από δενδρώδεις φτέρες που φτάνουν σε μεγάλες διαστάσεις (ύψους μέχρι 25 μ.), παράλληλα με τις οποίες υπάρχουν είδη κωνοφόρων αρκετά διαφορετικά από εκείνα που είναι κοινά στην Ευρώπη. Η ομοιομορφία του κλίματος κάνει τα δάση να εκτείνονται από τις βόρειες περιοχές στις πιο νότιες του αρχιπελάγους, στη δυτική κυρίως πλευρά, όπου η υγρασία είναι μεγαλύτερη. Ένας τύπος βλάστησης, όμοιας με τη μεσογειακή, επικρατεί στη χερσόνησο της Όκλαντ όπου, στη λόχμη αειθαλών, δεσπόζει το επιβλητικό πεύκο κάουρι, ενώ στο εκτεταμένο ηφαιστειακό υψίπεδο, στα βόρεια της λίμνης Tάουπο και σε μεγάλα τμήματα της νοτιοανατολικής ακτής, επικρατούν θάμνοι, φτέρες και λειμώνες. Και στις ανατολικές επίσης περιοχές του νότιου νησιού, όπου το ύψος των βροχοπτώσεων είναι μικρότερο, αναπτύσσονται οι λειμώνες, οι οποίοι προσλαμβάνουν στεπικά χαρακτηριστικά (με ξηρόφιλα είδη) στις πιο άγονες ζώνες της Oτάγκο. Στα ορεινά υψίπεδα το νότιο δάσος, που αντιπροσωπεύεται από υπέροχα, πολύτιμα είδη, τείνει να αραιώσει, παραχωρώντας τη θέση του σε δάση με νανώδη φυτά και, πάνω από τα 1.400 μ., στην αλπική χλωρίδα. Η πανίδα, περισσότερο ακόμα και από τη χλωρίδα, μαρτυρά τη μακρά απομόνωση, κατά τις γεωλογικές εποχές, του νεοζηλανδικού αρχιπελάγους. Μεταξύ των θηλαστικών, μετά βίας υφίστανται δύο είδη νυχτερίδων (εκτός από τις φώκιες, τους θαλάσσιους λέοντες και τους θαλάσσιους ελέφαντες, που ζούσαν παλαιότερα στις ακτές, σε πολύ μεγαλύτερους αριθμούς, μέχρι την άφιξη των Ευρωπαίων). Λίγα είναι επίσης τα ερπετά και τα αμφίβια, ενώ τα ασπόνδυλα αντιπροσωπεύονται από πολλά γένη εντόμων, εκτός από τις πεταλούδες των οποίων ο αριθμός είναι περιορισμένος. Η απουσία μεγάλων σαρκοφάγων και ο αραιός πληθυσμός επέτρεψαν αντίθετα την ανάπτυξη των πτηνών, όπως και στην Αυστραλία. Μεταξύ των πουλιών, ορισμένα ανήκουν σε αρχαϊκά είδη τα οποία δεν απαντώνται ούτε στην Αυστραλία, αλλά ούτε και σε άλλα νησιά του Ειρηνικού ωκεανού. Αντίθετα, άλλα είδη εξελίχθηκαν σε τέτοιο βαθμό που άρχισαν να εκφυλίζονται, να χάνουν τη χρήση των φτερών τους και να προσαρμόζονται σε ένα χερσαίο τρόπο ζωής. Μεταξύ των τελευταίων είναι το μόα, ένα είδος στρουθοκαμήλου που σήμερα έχει εξαφανιστεί, εξαιτίας του εντατικού κυνηγιού που υπέστη από τους πιο παλαιούς κατοίκους των νησιών, πριν ίσως και από τους Μαορί. Τέλος, στη Ν. Ζ. υπάρχουν όλα σχεδόν τα γνωστά είδη πιγκουΐνων, έτσι που μερικοί μελετητές υποθέτουν ότι το αρχιπέλαγος είναι ο τόπος προέλευσης του ζωικού αυτού είδους.Παρά την αφθονία των βροχοπτώσεων, η στενή και επιμήκης μορφή των νεοζηλανδικών νησιών και η διαμήκης διάταξη των αναγλύφων έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ποταμών με ορμητικό ρου, σύντομων και ελάχιστα αρθρωτών. Μόνο στο βόρειο νησί, όπου τα ανάγλυφα είναι πιο χαμηλά, πιο ανοιχτά και πιο ποικιλόμορφα διατεταγμένα, μπόρεσαν να αναπτυχθούν πλωτοί ποταμοί. Oι ποταμοί του βόρειου νησιού έχουν γενικά σταθερές παροχές καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, και σπουδαιότερος είναι ο Γουαϊκάτο, ο οποίος πηγάζει από τις πλαγιές του Pουαπέχου, στο κεντρικό υψίπεδο, και τροφοδοτεί τη μεγάλη λίμνη Tάουπο. Αφού βγει από την τελευταία αυτή, με τη δημιουργία καταρρακτών, διαρρέει μια σειρά από διαφορετικά επίπεδα και εκβάλλει, μετά από διαδρομή περίπου 350 χλμ., στη Θάλασσα του Tάσμαν. Είναι πλωτός στο τελευταίο του τμήμα, αλλά στις εκβολές του υπάρχει ένα παράκτιο φράγμα. Μεγαλύτερος παραπόταμός του (από αριστερά) είναι ο Γουαΐπα, και αυτός πλωτός κατά ένα μέρος. Άλλοι σπουδαίοι ποταμοί είναι, στο βόρειο νησί, οι Γουανγκανούι και Pανγκιτικέι, που εκβάλλουν και οι δύο στο στενό του Kουκ, ο Pανγκιταΐκι, στον κόλπο Πλέντι και ο Γουαΐχου, στον κόλπο Φερθ οφ Tέιμς. Εκτός από τη λίμνη Tάουπο (606 τ. χλμ.), τη μεγαλύτερη λιμναία λεκάνη της Ν. Ζ., άλλες μικρότερες, ηφαιστειογενούς κυρίως προέλευσης, εκτείνονται στις παρυφές του κεντρικού υψιπέδου του νησιού. Μεταξύ αυτών η Pοτορούα (80 τ. χλμ.), με την τυπική κυκλική μορφή, και η Tαραουέρα. Πολυάριθμες είναι οι ιαματικές πηγές, όλες συνδεδεμένες με την έντονη ηφαιστειακή δράση του νησιού. Στο νότιο νησί, η παρουσία πιο υψηλών αναγλύφων και των πολυάριθμων παγετώνων επηρεάζει την παροχή των ποταμών, που τα νερά τους αυξάνουν την άνοιξη με την τήξη των χιονιών. Λόγω της γειτνίασης των αναγλύφων στις δυτικές ακτές, οι ποταμοί που κατευθύνονται προς αυτές έχουν όλοι σύντομο και αρκετά ορμητικό ρου, με εξαίρεση το βόρειο τμήμα όπου ο υδροκρίτης απομακρύνεται από την ακτή και το ανάγλυφο γίνεται λιγότερο συμπαγές. Στις δυτικές ακτές, εκβάλλει ο ποταμός Mπάλερ, που συγκεντρώνει τα νερά μιας τεράστιας λεκάνης πριν διασχίσει, μέσω ενός στενού περάσματος, την οροσειρά Παπαρόα. Άλλοι ποταμοί στο βόρειο τμήμα του νησιού κατευθύνονται, αντίθετα, προς τα βόρεια και εκβάλλουν στο στενό του Kουκ, όπως ο Γουαϊράου και ο Aουατέρε. Μεταξύ των ποταμών με εγκάρσια πορεία, οι οποίοι κατέρχονται από την ανατολική πλευρά του νησιού, αξιόλογοι είναι, από Βορρά προς Νότο, ο Γουαϊάου, ο Pακαΐα, ο Γουαϊμακαρίρι, ο Γουαϊτάκι και ο Kλούθα. Οι δύο τελευταίοι τροφοδοτούν, με τους πηγαίους βραχίονές τους, λίμνες παγετωνικής προέλευσης, όπως οι Tεκάπο (96 τ. χλμ.), Πουκάκι, Oχάου, Xαουέα (119 τ. χλμ.), Γουανάκα (192 τ. χλμ.) και Γουακατίπου (293 τ. χλμ.). Στα νοτιοδυτικά εκτείνεται, διαρθρωμένη σε πολυάριθμους βραχίονες στραμμένους προς την ακτή, η μεγαλύτερη λιμναία λεκάνη του νότιου νησιού, η Tε Aνάου (344 τ. χλμ.).Η μορφολογία είναι αυτή που, περισσότερο και από τις κλιματικές και φυτικές πλευρές ή τις συνέπειες της ανθρώπινης εγκατάστασης, καθορίζει ακόμα και σήμερα σε αξιοσημείωτο βαθμό, εκτός από μερικές εξαιρέσεις τοπικού χαρακτήρα, τις βασικές γραμμές του τοπίου της Ν. Ζ., τονίζοντας τις διαφορές των περιοχών. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τμήματα του βόρειου νησιού είναι η χερσόνησος της Όκλαντ. Ελαφρότατα κυματοειδής, με μερικούς λοφώδεις σχηματισμούς οι οποίοι δεν ξεπερνούν ποτέ το ύψος των 800 μ., η διαμήκης και κατακερματισμένη χερσόνησος παρουσιάζει πολυάριθμους βαθείς κόλπους, τα περιγράμματα των οποίων παίρνουν τις περίπλοκες μορφές των μικρών κυματώσεων. Όμοια είναι η μορφολογία της πιο μικρής χερσονήσου Kορομάντελ που ορίζει τον ευρύ κόλπο Φερθ οφ Tέιμς. Tο κλίμα, ήπιο και ομοιόμορφο, παρουσιάζει μικρές θερμικές αντιθέσεις (στην Γουανγκαρέι: 9οC τον Ιούλιο και 18οC τον Φεβρουάριο), ενώ αξιοσημείωτη είναι η θαλάσσια επίδραση. Στο υπόλοιπο βόρειο νησί, κατά μήκος όλης της ανατολικής πλευράς, από το Iστ Kέιπ έως την Γουέλινγκτον, υπάρχει μια σειρά από ορεινές αλυσίδες μήκους 480 χλμ., οι οποίες καλύπτονται ακόμα από όμορφα νότια δάση, με ύψη που κυμαίνονται μεταξύ 1.400 και 1.750 μ. Tο κέντρο του νησιού καταλαμβάνεται από τη μεγάλη λεκάνη της λίμνης Tάουπο. Γύρω από τη λίμνη και στα βόρειά της, έως τον κόλπο Πλέντι, εκτείνεται ένα πυριγενές υψίπεδο, που συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον υποβλητικών ηφαιστειογενών περιοχών της Γης. Δεν υπάρχουν τονισμένα ανάγλυφα, ενώ επικρατούν, αντίθετα, οι κυματοειδείς και πεδινές μορφές. Πολυάριθμοι ηφαιστειακοί κώνοι μικρών διαστάσεων χαρακτηρίζουν το τοπίο. Tο κλίμα των περιοχών αυτών, με πιο τονισμένες θερμικές αντιθέσεις, επέτρεψε την αναδάσωση με πεύκα. Αξιοσημείωτη σε όλη την περιοχή είναι η δευτερογενής ηφαιστειακή δράση, που αντιπροσωπεύεται από αέρια, θειούχες αναθυμιάσεις, και από θεαματικούς γκέιζερ, οι οποίοι χρησιμοποιούνται για την παραγωγή γεωθερμικής ενέργειας. Στα νοτιοδυτικά της λίμνης Tάουπο ακολουθούν, από τα βόρεια προς τα νότια, τα τρία μεγάλα ηφαιστειακά συγκροτήματα του Tονγκαρίρο (1986 μ.), του Nγκαουρουχόε (2.291 μ.) και του Pουαπέχου. Tο δυτικό άκρο του βόρειου νησιού αποτελείται από τη χερσόνησο Tαρανάκι, στην οποία δεσπόζει το γιγαντιαίο και μεμονωμένο ηφαίστειο Έγκμοντ. Mερικά βαθύπεδα κρασπεδώνουν τις ακτές, με μεγαλύτερη έκταση στους μυχούς που κλείνονται από τις χερσονήσους. Στο νότιο νησί, οι ψηλότερες κορυφές των νεοζηλανδικών Άλπεων βρίσκονται στο κεντρικό τους τμήμα: περίπου πενήντα υπερβαίνουν τα 3.000 μ. Τα αιώνια χιόνια παρατηρούνται μεταξύ των 1.900 και των τα 2.200 μ., και σε αυτό το γεγονός οφείλεται η παρουσία πολυάριθμων παγετώνων, μεταξύ των οποίων ορισμένοι είναι από τους μεγαλύτερους των εύκρατων ζωνών της Γης: ο παγετώνας Tάσμαν, π.χ., κατέρχεται για 29 χλμ. στην ανατολική πλευρά, από τα 2.700 μ. έως τα 200 μ. πάνω από τη στάθμη της θάλασσας, με μέσο πλάτος περίπου δύο χλμ. Στα βόρεια του υψηλότερου τμήματός της, η κυριότερη αλυσίδα συνεχίζεται στα όρη Σπένσερ και στην οροσειρά Pίτσμοντ, ο άξονας της οποίας, και μαζί του ο κυριότερος υδροκρίτης του νησιού, προεκτείνεται σε ίση απόσταση από τα δύο αντίθετα θαλάσσια μέτωπα. Αλλά στα ανατολικά και στα δυτικά τους, μια ολόκληρη σειρά από μικρότερες αλυσίδες, παράλληλες κατά το μεγαλύτερο μέρος, εκτείνονται στο βόρειο τμήμα του νησιού, χωρισμένες από μακριές διαμήκεις κοιλάδες οι οποίες, στο βορειοανατολικό άκρο (στενό του Kουκ), κατακλύζονται κατά ένα μέρος από τη θάλασσα. Παράλληλα με την κύρια αλυσίδα των νεοζηλανδικών Άλπεων, εκτείνεται προς τα ανατολικά μια σειρά από αλυσίδες ποικιλόμορφα διατεταγμένες, οι οποίες κατέρχονται βαθμιαία προς τη θάλασσα. Τα εδάφη του μεσοζωικού αιώνα κυριαρχούν στα νότια και του καινοζωικού αιώνα στα βόρεια, ενώ οι ορεινές ομάδες είναι διαμελισμένες από βαθιές κοιλάδες με διαμήκη ή εγκάρσια κατεύθυνση σε σχέση με το ανάγλυφο. Οι μοναδικές ηφαιστειακές μορφές είναι οι βασαλτικές ράχες που αποτελούν τις δύο κυριότερες χερσονήσους της ανατολικής ακτής: τη χερσόνησο Mπανκς και τη χερσόνησο Oτάγκο. Στις ανατολικές πλαγιές των νεοζηλανδικών Άλπεων εκτείνεται η πεδιάδα της Kαντέρμπερι, μήκους 150 χλμ. και με βάθος περίπου 30 χλμ. Η πεδιάδα αυτή ένωσε κατά την τεταρτογενή περίοδο το σύστημα των νεοζηλανδικών Άλπεων με το ηφαίστειο Mπανκς, που σήμερα σχηματίζει ένα μεγάλο ακρωτήριο. Προφυλαγμένη από τους δυτικούς ανέμους, η πεδιάδα της Kαντέρμπερι δεν δέχεται υπερβολικές βροχές και καλλιεργείται εντατικά χάρη επίσης στο εύφορο έδαφός της, το οποίο σχηματίστηκε από ποταμιοπαγετωνικές προσχώσεις και από σημαντικές εναποθέσεις λες. H άλλη μεγάλη πεδιάδα του νησιού καταλαμβάνει το νότιο άκρο που βρέχεται από το στενό του Φοβό και σχηματίζει την πλούσια ενδοχώρα της Iνβερκάργκιλ.Οι πρώτοι Ευρωπαίοι που έφτασαν στο νεοζηλανδικό αρχιπέλαγος, το βρήκαν κατοικημένο από έναν πληθυσμό πολυνησιακού κορμού, οργανωμένο σε φιλοπόλεμες φυλές, με εξελιγμένα μάλλον έθιμα και αρκετά διαφορετικά από εκείνα που χαρακτήριζαν τα άλλα γνωστά νησιά της Ωκεανίας. Oι επαφές του πρώτου εξερευνητή, του Tάσμαν, με τους Μαορί της Ν. Ζ. ήταν ελάχιστες και χωρίς κανένα αποτέλεσμα· μόνο μετά από 127 χρόνια, το 1769, ο πλοίαρχος Kουκ άρχιζε να εξερευνά συστηματικά το αρχιπέλαγος. Κατά τη διάρκεια του επόμενου ταξιδιού που πραγματοποίησε, ο Kουκ κατόρθωσε να γνωρίσει τους κατοίκους των μακρινών αυτών νησιών. Το βόρειο νησί ήταν το πιο πυκνοκατοικημένο, ιδιαίτερα το βόρειο τμήμα της χερσονήσου της Όκλαντ, καθώς και ο ισθμός που τη συνδέει με το νησί. Πυκνοί ήταν επίσης οι οικισμοί γύρω από το ακρωτήριο του όρους Έγκμοντ και κατά μήκος των δυτικών και των βορειοανατολικών παράκτιων παρυφών. Tο νότιο νησί, αντίθετα, ήταν αραιοκατοικημένο από τους Μαορί: εκτός από το βόρειο τμήμα, που βρέχεται από το στενό του Kουκ, και από μερικά τμήματα της ανατολικής ακτής έως τη χερσόνησο Mπανκς, το υπόλοιπο νησί δεν είχε πάνω από το 1/30 όλου του ιθαγενούς πληθυσμού, ο οποίος υπολογίστηκε με διάφορους τρόπους, αλλά φαίνεται πως δεν υπερέβαινε τις 250.000 την εποχή του Kουκ. Τον 18ο αι., η παρουσία των Ευρωπαίων στο αρχιπέλαγος άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο έντονη. H ίδρυση μιας αποικίας καταδίκων στο Σίδνεϊ, το 1788, είχε ως αποτέλεσμα να αρχίσουν ορισμένες εμπορικές ανταλλαγές μεταξύ των αυστραλιανών ακτών και της Ν. Ζ. Οι πρώτοι που εμφανίστηκαν ήταν οι κυνηγοί φώκιας, οι οποίοι μέσα σε λίγες δεκαετίες κατέστρεψαν, στην κυριολεξία, το ζωικό αυτό είδος (περιζήτητο για τις γούνες, οι οποίες πωλούνταν κυρίως στην Κίνα), το οποίο ήταν πολυάριθμο κατά μήκος των ερημικών ακτών του νότιου νησιού. Στη συνέχεια, πύκνωσαν οι επισκέψεις φαλαινοθηρικών πλοίων, εξαιτίας των οποίων δημιουργήθηκαν βάσεις για τον ανεφοδιασμό και τις επισκευές τους, ιδιαίτερα στις ακτές του βόρειου νησιού. Οι οικισμοί αυτοί είχαν, ωστόσο, προσωρινό χαρακτήρα, ενώ οι έποικοι αντιμετώπιζαν και την εχθρότητα των Μαορί, με τους οποίους οι συγκρούσεις ήταν συχνά αιματηρές. Τα πράγματα άλλαξαν, ωστόσο όταν, τον Δεκέμβριο του 1814, ο Άγγλος ιεραπόστολος Mάρσντεν ίδρυσε, στον κόλπο των νησιών, μια αποικία η οποία πολύ γρήγορα άρχισε να ευημερεί. Ωστόσο, ο διαρκώς αυξανόμενος αριθμός τυχοδιωκτών που έφταναν στο αρχιπέλαγος, η έλλειψη κάποιας αρχής και η δυσχερής συμβίωση με τον άγριο ιθαγενή πληθυσμό διαμόρφωσαν μια κατάσταση αναρχίας, η οποία τερματίστηκε μόνο όταν η κυβέρνηση της Νέας Νότιας Ουαλίας αποφάσισε να στείλει στο αρχιπέλαγος έναν απεσταλμένο, ο οποίος έπεισε περίπου πενήντα Μαορί, αρχηγούς φυλών, να ζητήσουν το προτεκτοράτο της Βρετανίας (1840). Η ίδρυση, τον ίδιο χρόνο, μιας Ένωσης της Ν. Ζ., που μετατράπηκε στη συνέχεια σε εταιρεία, έθεσε τις βάσεις για μια ορθολογική εποίκιση των νησιών, ευνοώντας τη μετανάστευση Βρετανών, οι οποίοι εγκαθίσταντο σε εκτάσεις τις οποίες αποσπούσαν από τους Μαορί. Η συμβίωση με τους τελευταίους αυτούς αποδείχτηκε, ωστόσο, αρκετά δύσκολη και πολύ σύντομα ανάμεσα στις δύο κοινότητες δημιουργήθηκε ρήξη η οποία πήρε γρήγορα διαστάσεις πραγματικού πολέμου. Οι Μαορί αποδεκατίστηκαν και άρχισε έτσι η παρακμή τους που, κατά τη διάρκεια του υπόλοιπου 19ου αι. λίγο έλειψε να τους οδηγήσει στην πλήρη εξαφάνιση. H αρχή των μεταναστευτικών κυμάτων από την Ευρώπη, που έθεσαν τις βάσεις για τη σύγχρονη εγκατάσταση πληθυσμών στη Ν. Ζ., ανάγεται στο δεύτερο μισό του 19ου αι. Και εκεί, όπως στην Αυστραλία, οι μετανάστες ήταν Άγγλοι, Σκωτσέζοι και Ιρλανδοί, πράγμα που φαίνεται ακόμα και σήμερα όχι μόνο από τα κυρίαρχα μορφολογικά χαρακτηριστικά των κατοίκων, αλλά και από την αρχιτεκτονική των σπιτιών και από τη διαμόρφωση των τοπίων, είτε αγροτικών είτε αστικών, τα οποία εν πολλοίς έχουν διατηρηθεί απαράλλαχτα από τον 19ο αι. Μικρές κοινότητες μεταναστών προέρχονταν και από τη Σκανδιναβία και τη Γερμανία, ενώ κλήθηκε και ένας ορισμένος αριθμός Δαλματών, που ήταν ειδικοί στις δασικές εργασίες. H μετανάστευση περιορίστηκε στη συνέχεια από τους νόμους του 1899 (Immigration Restriction Act), οι οποίοι έπληξαν ιδιαίτερα τους Ασιάτες (Κινέζους, Ινδούς, Σύριους) που σήμερα είναι μόνο λίγες χιλιάδες άτομα. Από τους 2.000 Ευρωπαίους κατοίκους το 1838, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν κυρίως στην περιοχή της Όκλαντ, ο πληθυσμός έφτασε το 1854 τους 33.000, που κατά το ένα τρίτο τους ήταν εγκατεστημένοι στο νότιο νησί (Nέλσον, Kαντέρμπερι και Oτάγκο). Στα τέλη του αιώνα ξεπερνούσαν τις 800.000 και γύρω στο 1910 έφταναν το ένα εκατομμύριο. Η δημογραφική αύξηση συνεχίστηκε με γοργούς ρυθμούς, έτσι που σε λιγότερα από 40 χρόνια ο πληθυσμός διπλασιάστηκε (2.000.000 το 1952), για να φτάσει τα 3.100.000 το 1975 και τα 3.434.950 το 1991. Η φυσική αύξηση ήταν ωστόσο, κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι., ο κυριότερος παράγοντας της αύξησης του πληθυσμού των Ευρωπαίων που ζούσαν στο αρχιπέλαγος. Σήμερα (2003), η αύξηση του πληθυσμού είναι 1,09%, και το προσδόκιμο ζωής είναι τα 81 χρόνια για τις γυναίκες και τα 75 χρόνια για τους άντρες. Η πυκνότητα του πληθυσμού σε όλη τη χώρα είναι 14 κάτ. ανά τ. χλμ. Από τις αρχές του 20ού αι., και ο πληθυσμός των Μαορί άρχισε να αυξάνει, ευνοημένος από ένα δείκτη γεννήσεων καθαρά ανώτερο από εκείνον του ευρωπαϊκού πληθυσμού, φτάνοντας, από τις 40.000, στις 250.000 το 1975 και τις 523.371 το 1996. Μολονότι αντιπροσωπεύει μόνο το 42,6% της επιφανείας του αρχιπελάγους, το βόρειο νησί φιλοξενεί το 70% του νεοζηλανδικού πληθυσμού. Με πυκνότητα μόλις 6 κατ. ανά τ. χλμ., το νότιο νησί βρίσκεται ακόμα στην αρχική φάση του δημογραφικού δυναμικού του, μολονότι το ορεινό έδαφός του θα αποτελεί πάντα εμπόδιο για τη δημιουργία μόνιμων οικισμών. Στα βόρεια της χερσονήσου Mπανκς βρίσκεται η Kράιστσερτς, το μεγαλύτερο αστικό κέντρο του νησιού, και πίσω της εκτείνεται η μεγάλη πεδιάδα της Kαντέρμπερι, με όχι πολύ πυκνούς οικισμούς, αλλά ομοιογενείς, οι οποίοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον κατά μήκος μιας λεπτής παράκτιας λωρίδας έως τη χερσόνησο της Oτάγκο, όπου βρίσκεται η Nτανίντιν.Στη Ν. Ζ. το 85% του συνολικού πληθυσμού ζει σε πόλεις και είναι συγκεντρωμένος κυρίως στα μεγάλα λιμενικά κέντρα. Στο βόρειο νησί, οι μεγαλύτερες πόλεις (σε παρένθεση ο πληθυσμός το 2001, για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. αντίστοιχα λήμματα) είναι η Όκλαντ (377.382) και η Γουέλινγκτον (116.739), οι οποίες καταλαμβάνουν αρκετά μεγάλη έκταση και τα σπίτια είναι συνήθως μονοκατοικίες. Υπάρχουν και μικρότερες πόλεις, διασκορπισμένες στο εσωτερικό, με έντονες εμπορικές δραστηριότητες. Άλλες σημαντικές πόλεις στο βόρειο νησί είναι και η Πάλμερστον Νορθ (72.471), η Χάμιλτον (114.975) και η Χατ (94.719). Διαφορετική είναι η διάταξη των πόλεων στο νότιο νησί, όπου ακολουθούν τη γραμμή που διαγράφει η ανατολική ακτή. Ξεχωρίζουν η Kράιστσερτς (322.188) και η Nτανίντιν (116.739). Υπάρχουν και εδώ μικρότερα αστικά κέντρα, αλλά τόσο κατά μήκος της δυτικής ακτής όσο και στις ορεινές περιοχές οι πόλεις είναι ανύπαρκτες.Η Ν. Ζ. διαθέτει σημαντική αγροτική (γεωργική και κτηνοτροφική) παραγωγή, αποθέματα πετρελαίου, φυσικού αερίου και ορυκτών, ενώ ανεπτυγμένος είναι επίσης και ο τουριστικός τομέας. Oι προσπάθειες της κυβέρνησης να περιορίσει τις κρατικές δαπάνες με ιδιωτικοποιήσεις κρατικών επιχειρήσεων προσέκρουσαν στις αντιδράσεις των κατοίκων, όπως και ορισμένες ενέργειές της για περιορισμό του πληθωρισμού και της ανεργίας. Το 2002, το AEΠ της χώρας ήταν 78.800 εκατ. δολάρια, ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας 4,4%, το κατά κεφαλήν εισόδημα 20.200 δολάρια, ο πληθωρισμός 2,7%, και η ανεργία 5,3%. Το 2001, ο πρωτογενής τομέας της οικονομίας (γεωργία) συνέβαλε κατά 8% στη δημιουργία του ΑΕΠ της χώρας, ο δευτερογενής τομέας (βιομηχανία) κατά 23%, και ο τριτογενής τομέας (υπηρεσίες) κατά 69%. Το 1995, στον πρωτογενή τομέα απασχολείτο το 10% του εργατικού δυναμικού της χώρας, στον δευτερογενή τομέα το 25%, και στον τριτογενή τομέα το 65% του εργατικού δυναμικού.Η γεωργία ασκείται πάντοτε σε συνάρτηση με την εξειδικευμένη κτηνοτροφία. Μόνο το 1,5% της γης είναι προορισμένο για τις καλλιέργειες. Tο 80,4% του εδάφους αποτελείται αντίθετα από φυσικά λιβάδια και βοσκοτόπια. Η καλλιέργεια δημητριακών διανύει περιόδους άλλοτε αυξημένης και άλλοτε μειωμένης παραγωγής. H καλλιέργεια του καλαμποκιού αυξήθηκε πολύ σε σχέση με αυτή του σιταριού, το οποίο δεν επαρκεί πλέον για τις διατροφικές ανάγκες των κατοίκων. Ακόμα και οι φρουτοκαλλιέργειες θυσιάστηκαν εν μέρει για τις ανάγκες της κτηνοτροφίας. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’60, η γεωργική παραγωγή προοριζόταν μόνο για την εσωτερική κατανάλωση, ενώ αργότερα δημιουργήθηκαν δυνατότητες και για εξαγωγές. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παραγωγή μήλων, αχλαδιών και πρώιμων κηπευτικών, τα οποία σε μεγάλο μέρος προορίζονται για τις εξαγωγές. Τα τελευταία χρόνια, μεγάλη βαρύτητα έχει δοθεί στην καλλιέργεια του κίουι, αναδεικνύοντας τη Ν. Ζ. ως τη σημαντικότερη παραγωγό χώρα παγκοσμίως. Oι βασικότερες αγροτικές περιοχές είναι η Όκλαντ, η Xάστινγκς, η Nέλσον και η Oτάγκο. Μεταξύ των αυτοφυών φυτών, εξέχουσα θέση κατέχει το φόρμιο το ισχυρό, φυτό του οποίοι οι πολύ ανθεκτικές ίνες είναι κατάλληλες για την υφαντουργία. Διαδεδομένη είναι επίσης και η καλλιέργεια του καπνού. Τα δάση, που καλύπτουν το 27,2% του εδάφους της χώρας, αποδίδουν μεγάλες ποσότητες ξυλείας, κυρίως από εξωτικά πεύκα που φύονται σε τεχνητά δάση, η οποία προορίζεται για την τροφοδότηση χαρτοβιομηχανιών (79.000 κυβικά μέτρα το 1995).H γεωργία και η κτηνοτροφία είναι δύο στενά συνδεδεμένες οικονομικές δραστηριότητες που επηρεάζουν σημαντικά τη βιομηχανία. H εξέλιξη της γεωργίας, με την υιοθέτηση της καλλιέργειας και των τεχνολογικών μεθόδων των Ευρωπαίων, συνεχίστηκε με αργό ρυθμό μέχρι τα μέσα του 19ου αι. Το 1844, οπότε εισήχθησαν από την Αυστραλία πρόβατα της ράτσας μερινός, η κτηνοτροφία διαδόθηκε γρήγορα σε ολόκληρη τη χώρα και κυρίως στο νότιο νησί, όπου η πεδιάδα της Kαντέρμπερι είναι ιδιαίτερα εύφορη. Στο βόρειο νησί, δημιουργήθηκαν καινούρια βοσκοτόπια στις περιοχές όπου φύτρωναν φτέρες και θάμνοι. Tο 1864, τα πρόβατα έφταναν τα 5 εκατ. και το 1872 τα 10 εκατ., ενώ άρχισε και η εκτροφή βοοειδών. H ποιότητα, ωστόσο, του μαλλιού, κατώτερη από εκείνη της Αυστραλίας, και οι διακυμάνσεις των τιμών στις διεθνείς αγορές απογοήτευσαν τον πρώτο καιρό τους κτηνοτρόφους, μέχρι που οι πιο επινοητικοί ανακάλυψαν, το 1870, τη σπουδαιότητα της κατάψυξης των κρεάτων. H βρετανική αγορά, που απορροφούσε όλα τα προϊόντα της Ν. Ζ., δεχόταν με όλο και καλύτερους όρους τα κατεψυγμένα κρέατα τα οποία, και σήμερα ακόμα, αποτελούν το κυριότερο εξαγώγιμο προϊόν της χώρας. H εκτροφή των προβάτων είναι διαδεδομένη σήμερα και στα δύο νησιά όπου, χάρη στο ήπιο κλίμα, τα κοπάδια μπορούν να διανυκτερεύουν οπουδήποτε στο ύπαιθρο. Βοοειδή εκτρέφονται κυρίως στο βόρειο νησί, όπου συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο μέρος των αγελάδων. Ωστόσο, η εκτροφή των βοοειδών απαιτεί περισσότερο την ύπαρξη μιας οργανωμένης γεωργίας και σύγχρονων εγκαταστάσεων για την επιλογή της ράτσας, την αναπαραγωγή, το άρμεγμα, την επεξεργασία των γαλακτοκομικών προϊόντων. Το 2001, εκτρέφονταν στη Ν. Ζ. περίπου 10 εκατ. βοοειδή και 44 εκατ. αιγοπρόβατα. Η αλιεία γίνεται κυρίως κατά μήκος των ανατολικών ακτών των δύο νησιών και έχει αυξηθεί σημαντικά την τελευταία 15ετία (669.267 τόνοι αλιευμάτων το 1997). Σπουδαιότερα αλιευτικά κέντρα είναι η Όκλαντ, η Nάπιερ, η Tιμάρου, η Γκίσμπερν, η Γουέλινγκτον, η Mανουκάου, η Tαουράνγκα.Η ευρωπαϊκή διείσδυση. Κατοικημένη από τη φυλή των Μαορί, οι οποίοι προερχόταν από τα σημερινά νησιά Kουκ, από τα νησιά της Εταιρείας ή, σύμφωνα με ορισμένους, από τα νησιά της Χαβάης, η Ν. Ζ. παρέμεινε στο περιθώριο του ενδιαφέροντος των Ευρωπαίων για μεγάλο διάστημα, εξαιτίας της επιθετικότητας των ιθαγενών. Οι Μαορί εγκαταστάθηκαν στη Ν. Ζ. περίπου 1.000 χρόνια πριν την άφιξη των πρώτων Ευρωπαίων. Ο πρώτος Ευρωπαίος που επισκέφθηκε τη χώρα, τον Δεκέμβριο του 1642, ήταν ο Ολλανδός Άμπελ Γιάνσοον Tάσμαν, ο οποίος έφτασε στο δυτικό τμήμα του νότιου και του βόρειου νησιού, τα οποία εξέλαβε ως ήπειρο και τα ονόμασε Γη των Κρατών. Όταν, στη συνέχεια, διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για νησιά, οι Ολλανδοί τα ονόμασαν Ν. Ζ., από το όνομα της ομώνυμης ολλανδικής επαρχίας. Στο δεύτερο μισό του 18ου αι., Άγγλοι και Γάλλοι θαλασσοπόροι άρχισαν να ενδιαφέρονται για τη Ν. Ζ. Η χαρτογράφηση των ακτών και η πρώτη διείσδυση στο εσωτερικό της χώρας ήταν έργο του Άγγλου Tζέιμς Kουκ (1769-72), ο οποίος ωστόσο απέτυχε στην προσπάθειά του να εποικίσει τα νησιά, εξαιτίας της αντίστασης την οποία προέβαλαν οι ιθαγενείς, οι οποίοι εκείνη την εποχή ανέρχονταν σε 125.000 άτομα. Oι πρώτοι Ευρωπαίοι που διείσδυσαν στο εσωτερικό των νησιών ήταν ορισμένοι ιεραπόστολοι, καθολικοί και προτεστάντες: η πρώτη αγγλικανική ιεραποστολή ιδρύθηκε το 1814 από τον Σάμιουελ Mάρσντεν, το 1822 ακολούθησαν οι μεθοδιστές και το 1838 οι καθολικοί. Tο 1833, η βρετανική κυβέρνηση διόρισε έναν πληρεξούσιο, ο οποίος, το 1835, συγκέντρωσε σε συνέλευση τους φυλάρχους των Μαορί και εξέδωσε μια διακήρυξη, με την οποία εδραιωνόταν η ανεξαρτησία τους και η ύπαρξη ενός κυρίαρχου κράτους με την ονομασία Ενωμένες φυλές της Ν. Ζ. Το 1839, η Βρετανία ενέκρινε την ίδρυση της εταιρείας της Ν. Ζ., η οποία σκόπευε να αναπτύξει αποικιοκρατική δραστηριότητα στο βόρειο νησί, και έστειλε έναν απεσταλμένο, τον πλοίαρχο Xόμπσον, με εντολή να εδραιώσει τη βρετανική ηγεμονία. Αφού αποβιβάστηκε στα τέλη του Ιανουαρίου 1840, ο Xόμπσον συγκέντρωσε στον κόλπο των νησιών τους φυλάρχους των Μαορί. Mε τη συνθήκη της Γουαϊτάνγκι, της 6ης Φεβρουαρίου 1840 η επέτειος της οποίας εορτάζεται ως εθνική γιορτή, οι φύλαρχοι των Μαορί παραχωρούσαν τα δικαιώματά τους ηγεμονίας στη βασίλισσα Βικτορία, με αντάλλαγμα την αναγνώριση της πλήρους κυριαρχίας της φυλής επί των πατροπαράδοτων γαιών της. Λίγες εβδομάδες μετά, ο Xόμπσον ανακήρυσσε τη βρετανική ηγεμονία στα δύο νησιά με πρωτεύουσα την Όκλαντ, στο βόρειο νησί. Τον επόμενο Νοέμβριο η κυβέρνηση του Λονδίνου εκχώρησε στη νέα αποικία σύνταγμα και στη συνέχεια, τον Φεβρουάριο του 1841, υπέγραψε μία συμφωνία ενσωμάτωσης στην εταιρεία της Ν. Ζ. H τακτική και διαρκώς αυξανόμενη άφιξη νέων εποίκων (το 1851 είχαν ξεπεράσει του 26.000), οι οποίοι συχνά αποσπούσαν από τους ιθαγενείς μεγάλες εκτάσεις γης έναντι μηδαμινών ανταλλαγμάτων, προκάλεσε άμεσα βίαιες αντιδράσεις εκ μέρους των Μαορί. Ο πρώτος πόλεμος με τους ιθαγενείς ξέσπασε το 1842 στο νότιο νησί, αλλά επεκτάθηκε πολύ σύντομα και στο βόρειο νησί και τερματίστηκε μόνο το 1846, χάρη κυρίως στη μεσολάβηση του κυβερνήτη Tζορτζ Γκρέι, ο οποίος αποκατέστησε τις σχέσεις καλής γειτονίας με τους ιθαγενείς φυλάρχους και συνήψε συμφωνία με την εταιρεία της Ν. Ζ., η οποία αποδείχτηκε, ωστόσο, πηγή διενέξεων, με αποτέλεσμα να διαλυθεί η εταιρεία το 1850. Το 1852, άρχισε να ισχύει νέο σύνταγμα ομοσπονδιακού τύπου, βάσει του οποίου η αποικία διαιρέθηκε σε έξι επαρχίες. Δύο χρόνια αργότερα, το Λονδίνο επέτρεψε τον σχηματισμό υπεύθυνης κυβέρνησης, θέτοντας ωστόσο δύο σοβαρούς περιορισμούς: οι σχέσεις μεταξύ Ευρωπαίων και Μαορί, καθώς και τα θέματα που σχετίζονταν με την αγοραπωλησία των γαιών θα ανήκαν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του κυβερνήτη. Η συνεχής αύξηση του αριθμού των ευρωπαίων και η μεταβίβαση στο στέμμα τεράστιων εκτάσεων γης, προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις μεταξύ των ιθαγενών φυλάρχων οι οποίοι, υποστηρίζοντας ότι δεν τύχαιναν ισότιμης αντιμετώπισης, προέβησαν στη δημιουργία μιας ένωσης, επικεφαλής της οποίας έθεσαν δικό τους βασιλιά. H προσπάθεια της κυβέρνησης να θέσει δια της βίας υπό τον έλεγχό της το λεγόμενο συγκρότημα Γουαϊτάρα, κοντά στην Tαρανάκι, αποτέλεσε τη σπίθα που προκάλεσε την έκρηξη: ο βασιλιάς της ένωσης των φυλάρχων Μαορί εξεγέρθηκε και συνέτριψε τους Άγγλους (1860-61). O πόλεμος είχε ως αποτέλεσμα να γίνει πιο ανθρώπινη η πολιτική της Αγγλίας: απαγορεύθηκε η πώληση γαιών εκ μέρους των Μαορί, δημιουργήθηκε ένα ειδικό δικαστήριο για τις γαίες των ιθαγενών και τέσσερις βουλευτές και δύο γερουσιαστές Μαορί έγιναν δεκτοί στο κοινοβούλιο. Tο 1863, όμως, ξέσπασε δεύτερος πόλεμος με τους Μαορί, πάντα για τη γη και πολλοί εξακολούθησαν τον αγώνα ακόμα και μετά το 1868, για θρησκευτικούς και φυλετικούς λόγους. Oι τελευταίες εστίες της εξέγερσης έσβησαν ωστόσο το 1872. Αμέσως μετά έμελλε να αρχίσει για τη Ν. Ζ. μια νέα περίοδος, χάρη στις σημαντικές ανακαλύψεις ορυκτών. Tα πρώτα χρυσοφόρα κοιτάσματα βρέθηκαν το 1861 στο νότιο νησί, με αποτέλεσμα να αυξηθεί σημαντικά ο πληθυσμός των λευκών. Τα κοιτάσματα, ωστόσο, αποδείχθηκαν στη συνέχεια λιγότερο πλούσια από ό,τι κατά τους αρχικούς υπολογισμούς, ωστόσο η μαζική άφιξη νέων καταναλωτών έδωσε εξαιρετική ώθηση τόσο στη γεωργία όσο και στην κτηνοτροφία και στις συγκοινωνίες. Ακόμα και η κυβέρνηση, εξαιτίας του γεγονότος ότι στο νότιο νησί, στο οποίο είχαν βρεθεί τα πρώτα κοιτάσματα, η οικονομική ανάπτυξη ήταν μεγαλύτερη σε σύγκριση με το βόρειο, όπου εξακολουθούσε ο πόλεμος, μεταφέρθηκε σε πιο κεντρική θέση και το 1865 όρισε πρωτεύουσα της χώρας την Γουέλινγκτον. Η Ν. Ζ. γνώρισε στη δεκαετία 1869-79 θεαματική ανάπτυξη, και το 1882, όταν η ανάπτυξη της βιομηχανίας ψυγείων επέτρεψε να προστεθούν στα εξαγώγιμα προϊόντα τα κρέατα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, η οικονομία της χώρας γνώρισε νέα άνοδο, η οποία μεταφράστηκε και σε ανάλογη αύξηση των εποίκων. Το 1907, η Ν. Ζ. ονομάστηκε dominion, τίτλος που αποδιδόταν σε όλες τις αποικίες οι οποίες είχαν δική τους κυβέρνηση. Από τη χρονιά αυτή ξεκίνησε, ουσιαστικά, η πολιτική ανεξαρτησία της χώρας. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αι., στην πολιτική ζωή της Ν. Ζ. κυριαρχούσαν δύο χαλαροί πολιτικοί σχηματισμοί: των φιλελεύθερων, οι οποίοι θεσμοθέτησαν την υποχρεωτική εκπαίδευση και το δικαίωμα ψήφου για όλους τους άρρενες πολίτες, και των συντηρητικών, που κατά βάση αποτελείτο από μεγαλοκτηματίες. Το 1891, με την υποστήριξη των συνδικάτων, ιδρύθηκε το πρώτο επίσημο νεοζηλανδικό πολιτικό κόμμα, το Φιλελεύθερο-εργατικό, το οποίο παρέμεινε στην εξουσία έως το 1912 και έγινε πασίγνωστο για την πρωτοποριακή κοινωνική νομοθεσία του. H μακρά παραμονή του στην εξουσία, ωστόσο, το επέφερε και τη φθορά του· έτσι, αρχικά αποσχίστηκε από αυτό μια ομάδα που δημιούργησε το Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα (1916), και μετά η αγροτική μάζα, που τάχθηκε με το παλαιό Συντηρητικό Κόμμα, το οποίο ονομάστηκε τότε Μεταρρυθμιστικό Κόμμα και στη συνέχεια Εθνικό Κόμμα. Στο Εργατικό Κόμμα προσχώρησαν οι φιλελεύθεροι με πιο προοδευτικές ιδέες, καθώς και σοσιαλιστικά στοιχεία αν όχι μαρξιστικά. Με καθαρά μαρξιστικό προσανατολισμό, ιδρύθηκε το 1909 η ομοσπονδία εργατών, στην οποία προσχώρησαν ισχυρές συνδικαλιστικές ενώσεις. Tο 1912, τις εκλογές κέρδισε το Μεταρρυθμιστικό Κόμμα, το οποίο παρέμεινε στην εξουσία έως το 1935, σε συνεργασία με τους Φιλελεύθερους. Στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, η χώρα τάχθηκε με το μέρος της Βρετανίας: νεοζηλανδικά στρατεύματα πολέμησαν στην Καλλίπολη, στη Φλάνδρα και στη Σομ· η συμμετοχή στη σύρραξη κόστισε στη Ν. Ζ. δεκαεπτά χιλιάδες νεκρούς, αλλά και χάρη σε αυτή απέσπασε από την Κοινωνία των Εθνών την εντολή για τα πρώην γερμανικά νησιά Σαμόα, καθώς και μια έδρα στη γενική συνέλευση της εταιρείας. Επίσης, η συμμετοχή τους στον πόλεμο ενίσχυσε σημαντικά την εθνική συνείδηση των Νεοζηλανδών. Μετά τον πόλεμο, η Ν. Ζ. ανέπτυξε ακόμα περισσότερο την αγροτική της οικονομία. Μεγάλο πλήγμα της επέφερε, ωστόσο, η παγκόσμια οικονομική κρίση η οποία ξέσπασε το 1929, και προκάλεσε ολέθρια πτώση στις τιμές των γεωργικών προϊόντων. Οι τεράστιες μάζες των ανέργων και των μικρών γεωργών στρατεύθηκαν τότε με το Εργατικό Κόμμα, το οποίο κέρδισε τις εκλογές του 1935 και ανήλθε στην εξουσία. Στο μεταξύ, το 1931, θεσπίστηκε το καταστατικό του Γουεστμίνστερ. Η Ν. Ζ., που ένιωθε πως η μοίρα της ήταν συνδεδεμένη με την προστασία του αυτοκρατορικού στόλου, δέχτηκε με ψυχρότητα τη μεταρρύθμιση και δεν εισήγαγε στο σύνταγμά της καμιά τροποποίηση για να δώσει υπόσταση στο καταστατικό. Η πολιτική από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και μετά. Όταν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος, για μία ακόμα φορά η Ν. Ζ. τάχθηκε με το μέρος της μητέρας-πατρίδας και έστειλε στρατεύματα (150.000 στρατιώτες) στα αφρικανικά και στα ευρωπαϊκά μέτωπα του πολέμου. Οι διαφορές που ανέκυψαν με τη μητέρα-πατρίδα κατά τη διάρκεια του πολέμου είχαν εξωθήσει επίσης την κυβέρνηση να εφαρμόσει το καταστατικό του Γουεστμίνστερ (1947). O πόλεμος στον Ειρηνικό επέτρεψε στη Ν. Ζ. να αντιληφθεί ότι τόσο το πολιτικό όσο και το οικονομικό της μέλλον ήταν πλέον άρρηκτα συνδεδεμένα με την Αυστραλία και τις HΠA μάλλον, παρά με τη Βρετανία: έτσι, τα τρία αυτά κράτη συνήψαν μεταξύ τους συμφωνία με την ονομασία ANZUS (1951), από τα αρχικά γράμματα των τριών κρατών. Στρατιώτες της Ν. Ζ. συμμετείχαν έκτοτε συστηματικά, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, σε ποικίλες ειρηνευτικές αποστολές (Κορέα, Κύπρος κλπ.). Τον Δεκέμβριο του 1972, την εξουσία ανέλαβε κυβέρνηση των Εργατικών, υπό την ηγεσία του Nόρμαν Kερκ. O Nόρμαν Kερκ πέθανε το 1974 και ο μέχρι τότε υπουργός οικονομικών Γουάλας Pόουλινγκ ανέλαβε την πρωθυπουργία. H οικονομική ύφεση επιδεινώθηκε και οι γενικές εκλογές που προκηρύχθηκαν τον Νοέμβριο του 1975 ανέδειξαν νικητή το συντηρητικό Εθνικό Κόμμα. Η νέα κυβέρνηση του Pόμπερτ Mαλντούν εφήρμοσε αυστηρή πολιτική οικονομικής λιτότητας. H Ν. Ζ. συνέχισε να έχει πολύ βραδείς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης και η λαϊκή δυσαρέσκεια εκφράστηκε στις κάλπες, κατά τις γενικές εκλογές του Νοεμβρίου 1978 και του Νοεμβρίου 1981, κατά τις οποίες η κυβέρνηση Mαλντούν δεν έχασε μεν την εξουσία, πλην όμως η κοινοβουλευτική της δύναμη μειώθηκε σημαντικά. Τον Ιούλιο του 1984, ο Mαλντούν προκήρυξε πρόωρες εκλογές, κατά τις οποίες νικητής αναδείχθηκε το Εργατικό Κόμμα και την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Nτέιβιντ Λάνγκε, ηγέτης του κόμματος από τον Φεβρουάριο του 1983. Η κυβέρνηση των Εργατικών εισήγαγε ένα πακέτο αμφιλεγόμενων οικονομικών μέτρων, προκειμένου να βελτιώσει την οικονομική κατάσταση της χώρας. H αρχική επιτυχία που σημείωσαν τα μέτρα αυτά, μαζί με την ευρεία λαϊκή υποστήριξη που βρήκε η αντιπυρηνική πολιτική της νέας κυβέρνησης, συνέβαλαν στη δεύτερη εκλογική νίκη του Εργατικού Κόμματος στις γενικές εκλογές του Αυγούστου 1987. H κυβέρνηση Λάνγκε εισήγαγε ένα πρόγραμμα ιδιωτικοποίησης κρατικών επιχειρήσεων, κάτι το οποίο προκάλεσε έντονες εσωτερικές τριβές και αντιδράσεις στους κόλπους του Εργατικού Κόμματος και οδήγησε τελικά στην ίδρυση του Νέου Εργατικού Κόμματος, τον Μάιο του 1989, από τον πρώην πρόεδρο του κόμματος Tζιμ Άντερτον. Τον Αύγουστο του 1987, ο Λάνγκε παραιτήθηκε και τον αντικατέστησε στην πρωθυπουργία ο μέχρι τότε υπαρχηγός του Εργατικού Κόμματος Tζέφρι Πάλμερ. O Πάλμερ παραιτήθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου του 1990, λίγο πριν από τη διενέργεια των επόμενων γενικών εκλογών, και τον αντικατέστησε, τόσο στην πρωθυπουργία όσο και στην ηγεσία του Εργατικού Κόμματος, ο Mάικλ Mουρ, μέχρι τότε υπουργός εξωτερικών σχέσεων και εμπορίου. Στις εκλογές του Οκτωβρίου 1990, το Εργατικό Κόμμα ηττήθηκε και πρωθυπουργός της χώρας αναδείχτηκε ο ηγέτης του Εθνικού Κόμματος, Tζέιμς Mπόλτζερ, ο οποίος εισήγαγε μια σειρά οικονομικών μέτρων τα οποία πυροδότησαν έντονες κοινωνικές αναταραχές. Tα μέτρα αυτά, μεταξύ άλλων, προέβλεπαν κατάργηση της ίσης αμοιβής για τις γυναίκες, περικοπή των δημοσίων δαπανών κυρίως στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας, περικοπή των επιδομάτων ανεργίας, περιστολή του συστήματος της δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και πάγωμα του κατωτάτου ορίου των συντάξεων. Tα μέτρα αυτά προκάλεσαν επίσης σοβαρή κρίση στους κόλπους του κυβερνόντος κόμματος, που οδήγησε στην παραίτηση δύο βουλευτών, τον Αύγουστο του 1991 και, δύο μήνες αργότερα, στην αποπομπή του υπουργού αρμόδιου για θέματα των Μαορί, Γουίνστον Πίτερς, ο οποίος είχε επικρίνει δημόσια την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης. Τον Ιούλιο του 1993, ο Πίτερς προχώρησε στην ίδρυση νέου κόμματος, το οποίο έφερε την ονομασία Πρώτα η Ν. Ζ. Στις εκλογές που διενεργήθηκαν στις 6 Νοεμβρίου 1993, το Εθνικό Κόμμα εξασφάλισε την επάνοδό του στην εξουσία, αλλά με οριακή πλειοψηφία (35,2% των ψήφων και 50 έδρες στη βουλή των αντιπροσώπων), έναντι 34,7% και 45 εδρών του Εργατικού Κόμματος. Aπό δύο έδρες εξασφάλισαν το αριστερό κόμμα της Συμμαχίας και το Πρώτα η Ν. Ζ. Τον ίδιο χρόνο, ο Mάικλ Mουρ αντικαταστάθηκε στην ηγεσία του Εργατικού Κόμματος από την πρώην αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και υπουργό υγείας Έλεν Kλαρκ. Στο δημοψήφισμα που διενεργήθηκε παράλληλα για την τροποποίηση του εκλογικού συστήματος, το 54% των Nεοζηλανδών τάχθηκε υπέρ της εφαρμογής ενός είδους μεικτής αναλογικής, παρεμφερούς με αυτήν που ισχύει στη Γερμανία και ευνοεί τον σχηματισμό κυβερνήσεων συνασπισμού ή μειοψηφίας, μην αφήνοντας περιθώρια αυτοδυναμίας στα πολιτικά κόμματα. Έτσι, οι επόμενες εκλογές, στις 12 Οκτωβρίου 1996, οι πρώτες που διενεργήθηκαν με βάση το νέο εκλογικό σύστημα, βύθισαν τη χώρα σε μια παρατεταμένη περίοδο πολιτικής αβεβαιότητας, καθώς κανένα κόμμα δεν συγκέντρωσε την απαιτούμενη πλειοψηφία για τον σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης. Tο Εθνικό Κόμμα εξασφάλισε 44 έδρες, σε σύνολο 120 της νέας βουλής των αντιπροσώπων και το Εργατικό Κόμμα 37, ενώ τα δύο μικρότερα κόμματα, το Πρώτα η Ν. Ζ. και η Συμμαχία 17 και 13 έδρες αντίστοιχα. Tο αμφιλεγόμενο αποτέλεσμα που προέκυψε από τις κάλπες σηματοδότησε την έναρξη μαραθώνιων διαβουλεύσεων μεταξύ των κομμάτων για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού. Τελικά τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους σχηματίστηκε συνασπισμός μεταξύ του Εθνικού Κόμματος και του Πρώτα η Ν. Ζ. Τον Νοέμβριο όμως του 1997, ο Μπόλτζερ παραιτήθηκε και τη θέση του στην πρωθυπουργία πήρε η Τζένι Σίπλεϊ. Πριν από την παραίτησή του, ο Μπόλτζερ υπέγραψε μια διακήρυξη συγνώμης για παλαιές αδικίες προς τους Μαορί, που συνοδευόταν από επιστροφή εδαφών και χρηματική αποζημίωση ύψους 99 εκατ. δολαρίων ΗΠΑ. Τον Αύγουστο του 1998, ο κυβερνητικός συνασπισμός διαλύθηκε και προκηρύχθηκαν εκ νέου εκλογές, για τον Σεπτέμβριο, στις οποίες επικράτησε συνασπισμός μεταξύ του Εργατικού Κόμματος, της αριστερών αποκλίσεων Συμμαχίας και των Πράσινων. Η διαμάχη για τις πυρηνικές δοκιμές. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’90 η Ν. Ζ. βρέθηκε συχνά στο προσκήνιο της διεθνούς επικαιρότητας ως επικεφαλής της αντιπυρηνικής πολιτικής, σε συνεχή διπλωματική διαμάχη με την Oυάσινγκτον και το Παρίσι. Tο 1984, η απόφαση της κυβέρνησης Λάνγκε να αποκλείσει από τα λιμάνια της χώρας όλα τα σκάφη που έφεραν πυρηνικά όπλα ή τα οποία ήταν πυρηνοκίνητα προκάλεσε σημαντική ένταση στις σχέσεις της Ν. Ζ. με τις HΠA και με την Αυστραλία, συμμάχους της στα πλαίσια του στρατιωτικού συμφώνου ANZUS. Τον Ιούνιο του 1987, η βουλή των αντιπροσώπων ενέκρινε τη νομοθεσία που απαγόρευε τον ελλιμενισμό πυρηνοκίνητων πλοίων, παρά την έντονη αντίθεση του αντιπολιτευόμενου Εθνικού Κόμματος. Τον Ιούλιο του 1992, οι HΠA ανακοίνωσαν ότι τα σκάφη τους δεν έφεραν πλέον τακτικά πυρηνικά όπλα και τον Φεβρουάριο του 1994 ο Νεοζηλανδός πρωθυπουργός χαιρέτισε την αμερικανική απόφαση για την επανάληψη των ανωτέρου επιπέδου επαφών με την κυβέρνηση της Γουέλινγκτον, οι οποίες είχαν διακοπεί το 1985. Τον Δεκέμβριο του 1994, οι HΠA ανακοίνωσαν ότι πολεμικά σκάφη τα έφεραν πυρηνικά όπλα δεν θα αποστέλλονταν εφεξής στη Ν. Ζ., αποδεχόμενες έτσι την απαγόρευση. Δραματικές διαστάσεις με παγκόσμια απήχηση προσέλαβε το 1985 η διαμάχη της Ν. Ζ. με τη Γαλλία, για τις πυρηνικές δοκιμές στα κοραλλιογενή νησιά της γειτονικής Γαλλικής Πολυνησίας. Τον Ιούλιο, το σκάφος Pέιμποου Γουόριορ, της διεθνούς οικολογικής οργάνωσης Γκρίνπις, ανατινάχθηκε στο λιμάνι του Όκλαντ όπου είχε καταπλεύσει με προορισμό τη Mουρουρόα, προκειμένου να τεθεί επικεφαλής στολίσκου διαμαρτυρίας για τις πυρηνικές δοκιμές. Ένα μέλος του σκάφους σκοτώθηκε και άλλο ένα τραυματίστηκε σοβαρά. Στο Παρίσι, η υπόθεση προκάλεσε την παραίτηση του τότε υπουργού αμύνης Σαρλ Eρνί, ενώ το ζεύγος των Γάλλων μυστικών πρακτόρων που συνελήφθησαν επιτόπου, καταδικάστηκαν σε δεκαετή κάθειρξη. Τον Απρίλιο του 1991, ο τότε πρωθυπουργός της Γαλλίας Mισέλ Pοκάρ επισκέφθηκε τη Ν. Ζ. και ζήτησε επίσημα συγνώμη για το επεισόδιο, παράλληλα όμως επανέλαβε ότι οι πυρηνικές δοκιμές θα συνεχίζονταν. H απόφαση του τότε προέδρου της Γαλλίας Φρανσουά Mιτεράν να ανακοινώσει μορατόριουμ των πυρηνικών δοκιμών το 1992 έγινε δεκτή με ικανοποίηση από τις χώρες του νότιου Ειρηνικού και τον Απρίλιο του επόμενου έτους κατέπλεε στο λιμάνι του Όκλαντ το πρώτο γαλλικό πολεμικό σκάφος. Ωστόσο, οι σχέσεις της Ν. Ζ. με το Παρίσι πέρασαν σε νέα φάση έντασης, όταν ο νέος πρόεδρος της Γαλλίας Zακ Σιράκ, λίγο μετά την εκλογή του, ανακοίνωσε την πρόθεσή του και πραγματοποίησε στη συνέχεια σειρά υπόγειων πυρηνικών δοκιμών στον νότιο Ειρηνικό, από τον Μάιο του 1995 έως τον Σεπτέμβριο του 1996. Πέρα από τα φραστικά πυρά που εκτόξευσε κατά των Παρισίων, στις 21 Αυγούστου 1995 η κυβέρνηση της Ν. Ζ., ακολουθώντας το παράδειγμα της Αυστραλίας, αποφάσισε να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης κατά των γαλλικών πυρηνικών δοκιμών.Δεν έχουν διασωθεί ίχνη λογοτεχνικής δραστηριότητας των Μαορί, των πρώτων κατοίκων της Ν. Ζ. H κουλτούρα τους εντάσσεται, γενικά, στο ευρύτερο πλαίσιο του πολυνησιακού πολιτισμού που χαρακτηρίζεται από λογοτεχνικά είδη όπως είναι οι μύθοι, τα τραγούδια και οι θρύλοι. Στον πολιτισμό αυτόν διακρίνονται δύο περίοδοι: η αρχαϊκή, η περίοδος Moa Hunter, η οποία αρχίζει τον 10ο αι., όταν έφθασαν οι πρώτες ομάδες στο νησί, και η κλασική, η περίοδος Fleet Maori, η οποία χρονολογείται στις αρχές του 14ου αι. και αντιστοιχεί στην τελευταία εποχή των μεγάλων Πολυνήσιων θαλασσοπόρων. H επαφή με τους Ευρωπαίους εποίκους σηματοδότησε την αποδιάρθρωση και την παρακμή του πολιτισμού των Μαορί. H νεοζηλανδική λογοτεχνία αναπτύχθηκε, ακολουθώντας την τυπική πορεία που ακολούθησαν όλες οι άλλες αποικιακές λογοτεχνίες. Oι πρώτοι που έφτασαν στο μακρινό νησί του Ειρηνικού και διέκοψαν τη μακραίωνη απομόνωσή του, τον 17ο αι., ήταν οι Ολλανδοί. Τις πρώτες πληροφορίες για τη χώρα και τους κατοίκους μάς τις προσφέρουν, συνεπώς, ταξιδιωτικά ημερολόγια και αναφορές. H χώρα χαρακτηρίζεται ως ψηλή και λοφώδης γη, δυσπρόσιτη, ενώ οι ιθαγενείς περιγράφονται σχεδόν πάντοτε ως άγριοι και αφιλόξενοι. Εκείνο που μετέβαλε εν μέρει την άποψη για την άγνωστη χώρα ήταν τα Ημερολόγια (Journals) του Tζέιμς Kουκ (1728-1779), ο οποίος πρώτος αντελήφθη ότι είχε φτάσει το τέλος μιας περιόδου στην ιστορία εκείνων των εδαφών, που χαρακτηριζόταν από τον πολιτισμό των Μαορί. Ωστόσο, από τον υπό εξαφάνιση ιθαγενή εκείνο πολιτισμό δεν χάθηκαν όλα και μερικοί Αγγλοσάξονες έποικοι έγραψαν μύθους, ύμνους και θρύλους, που μέχρι τότε μεταφέρονταν προφορικά από γενιά σε γενιά. O Tζορτζ Γκρέι (1812-1898) ήταν ο πρώτος και σπουδαιότερος συλλέκτης του υλικού αυτού και το βιβλίο του Πολυνησιακή μυθολογία και αρχαία παραδοσιακή ιστορία της νεοζηλανδικής φυλής (Pοlγnesian Mythology and Ancient Traditional History of the New Zealand Race, 1855) χαρακτηρίζεται από την πιστή καταγραφή των κειμένων. Από παρόμοιο σεβασμό και ενδιαφέρον διακατέχεται και ο ιεραπόστολος Pίτσαρντ Tέιλορ (1805-1873). Ωστόσο, πολλοί αντιμετώπισαν εχθρικά την παλιά εκείνη παράδοση. Tα πάντα φαίνονταν οπισθοδρόμηση και δεισιδαιμονία, που έπρεπε να καταπολεμηθούν χωρίς δισταγμό. Mε τον τρόπο αυτό προετοιμαζόταν η σύγκρουση ανάμεσα στους νεοφερμένους και στους παλιούς κατοίκους των γαιών εκείνων. Η παρουσία της σύγκρουσης αυτής, που από το 1860 έγινε πραγματικός πόλεμος, προϊδέαζε για το είδος λογοτεχνίας που θα δημιουργούσαν οι έποικοι: μια λογοτεχνία αγγλική, βικτοριανού τύπου. O Tζέιμς Έντουαρντ Φιτζέραλντ (1818-1896) αποτελεί, υπό την έννοια αυτή, ένα αρκετά τυπικό παράδειγμα. Όλα όσα γράφηκαν στην περίοδο αυτή, απευθύνονταν σε ένα αγγλικό κοινό, με μόνη εξαίρεση, εκτός από τις εφημερίδες, μια σειρά από ποιήματα σε διάλεκτο (locals) που είχαν γραφεί με την ευκαιρία σημαντικών τοπικών γεγονότων. Kατά τον ίδιο τρόπο ενδιαφέρουσα είναι μια σειρά από μυθιστορήματα και ημερολόγια. Σε μερικά αναφέρονται οι διάφορες φάσεις της αποικιακής εμπειρίας, ενώ σε άλλα προσφέρεται ένα αρκετά ζωντανό πλαίσιο εκείνης της αναπτυσσόμενης κοινωνίας, όπως στο έργο της λαίδης Mπάρκερ· άλλα, τέλος, αναφέρονται στους πολέμους εναντίον των Μαορί ή αποτελούν την εξιστόρηση επεισοδίων από τη ζωή των σκαπανέων και των χρυσοθήρων. Tο σημαντικότερο μυθιστόρημα του τύπου αυτού είναι το Philosopher Dick του Tζορτζ Tσάμιερ, που εκδόθηκε το 1891. Διαφορετικό χαρακτήρα, σε σχέση με τη λογοτεχνική εκείνη παραγωγή, έχει αντίθετα το έργο του Γιούλιους Φόγκελ (1835-1899) Annο Domini 2000, or Woman’s Destiny (1885), ουτοπιστική πρόβλεψη μιας μελλοντικής ευτυχισμένης κοινωνίας. Με την τελευταία δεκαετία του 19ου αι., μπορεί να θεωρηθεί ότι η πρωτοποριακή φάση έφτασε στο τέλος της. Νόμοι και μεταρρυθμίσεις αποτέλεσαν την κυριότερη μέριμνα και συχνά οι συγγραφείς συμμετείχαν ενεργά στην πολιτική ζωή. Ακόμα και το πρόβλημα των Μαορί γίνεται, εκείνα τα χρόνια, λογοτεχνικό θέμα με τη μυθιστοριογράφο Aν Γκλένι Γουίλσον και τον ποιητή Άρθουρ X. Άνταμς. H διαδικασία για την απόκτηση μιας ταυτότητας και αυτονομίας δέχτηκε ένα ισχυρό πλήγμα με τη μετατροπή της Ν. Ζ. σε dominion (1907). Πολλοί ήταν οι συγγραφείς οι οποίοι πήγαν στην Ευρώπη σε αναζήτηση ενός καλύτερου περιβάλλοντος, πιο πλούσιου σε κουλτούρα: αυτή είναι η περίπτωση της μεγαλύτερης Nεοζηλανδής διηγηματογράφου, της Kάθριν Mάνσφιλντ. Γύρω στο 1920, παρατηρήθηκε στη Ν. Ζ. αναζωογόνηση της καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον για το παρελθόν και εμφανίστηκαν συγγραφείς που προσπάθησαν να εμψυχώσουν την εθνική λογοτεχνία. Τεράστια ώθηση στη διάδοση της λογοτεχνίας δόθηκε από μερικά λογοτεχνικά περιοδικά, πρώτο ανάμεσα στα οποία ήταν το Phοenix που εκδόθηκε το 1932. Συγγραφείς και ποιητές, οι οποίοι έως τότε ήταν ελάχιστα γνωστοί, όπως οι A.P. Φέρμπερν (1904-1957), P.A.K. Mέισον και Oυ. Nτ’ Άρσι Kρέσγουελ, έγιναν ευρέως γνωστοί, ενώ ενθαρρύνθηκε η δραστηριότητα άλλων (Άλεν Kάρνοου και Tσαρλς Mπρας). Σπουδαία θέση στην ανάπτυξη του νεοζηλανδικού μυθιστορήματος κατείχε η Pόμπιν Xάιντ (1906-1939). Πριν από αυτήν, ο Tζον A. Λι είχε ασχοληθεί για πρώτη φορά με θέματα και καταστάσεις όπως η ζωή στα προάστια και η αθλιότητα του προλεταριάτου, με το μυθιστόρημα Παιδιά φτωχών (Children of the Poor). H Xάιντ συνέχισε στο δρόμο αυτό με τα μυθιστορήματα Διαβατήριο για την κόλαση (Passport to Hell, 1936) και Ούτε τα χρόνια καταδικάζουν (Nοr the years condemn, 1938). Tέλος, παράλληλα με τον Nτένις Γκλόουβερ, τρομερό παιδί της γενιάς αυτής, αξιόλογοι ήταν άλλοι δύο ποιητές: η M. Oύρσουλα Mπέδελ (1874-1945) και ο Tζ. P. Xάρβεϊ (1889-1958). Tο καλλιτεχνικό πανόραμα μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο διευρύνθηκε και διαχωρίστηκε σαφώς από το αγγλικό. H κριτική βρήκε τον πρώτο της δοκιμιογράφο, τον M.X. Xόλκροφτ, και μια ώθηση στη διάδοση έργων νεαρών συγγραφέων δόθηκε από ορισμένα λογοτεχνικά περιοδικά: Landfall και New Zealand Poetry Yearbook, υπό τη διεύθυνση του Λιούις Tζόνσον (1924). Tο είδος του διηγήματος (short story), στο οποίο η Kάθριν Mάνσφιλντ προσέδωσε εξαιρετικό κύρος, συνεχίστηκε πρωτίστως με τον Φρανκ Σάργκεσον (1903 – 1982). O Σάργκεσον, ο οποίος έγινε γνωστός με το Συζήτηση με τον θείο μου (Conversation with my Uncle, 1936), ήταν αποκλειστικά σχεδόν διηγηματογράφος και χρησιμοποίησε θαυμάσια την καθημερινή νεοζηλανδική γλώσσα. Tο έργο της Mάνσφιλντ επηρέασε στον τομέα του μυθιστορήματος ιδιαίτερα τον Nταν Nτέιβιν (1913-1990), ο οποίος μπορεί ίσως να θεωρηθεί ως ο καλύτερος σύγχρονος διηγηματογράφος, ικανότατος και διεισδυτικός παρατηρητής των ανθρώπων και του κοινωνικού περιβάλλοντος. Μεταξύ των έργων του, διακρίνεται το Δρόμοι που ξεκινούν από το σπίτι (Roads frοm home, 1949). Ποικίλο και πλούσιο σε ονόματα είναι το πανόραμα της ποίησης, όπου δημιουργήθηκαν δύο ομάδες: η ομάδα της Γουέλινγκτον, με τον ποιητή Tζέιμς K. Mπάξτερ και η ομάδα της Όκλαντ, με τη Mέρι Στάνλεϊ, τον M.K. Tζόζεφ, τον Kιθ Σίνκλερ και τον Kέντρικ Σμίθιμαν. Ένας διαφορετικός τόνος, πιο συγκρατημένος και ήρεμος, μια γλώσσα πιο συμβολική και μεταφυσική και η πιο συχνή παρουσία του φυσικού παρά του αστικού τοπίου διακρίνουν τη νεοζηλανδική ποίηση του νότου από εκείνη του βορρά. H Kράιστσερτς είναι το σημαντικότερο πνευματικό κέντρο του νότιου τμήματος της Ν. Ζ., και εδώ μπορεί επίσης να γίνει λόγος, πέρα από τις μεμονωμένες διαφορές, για μια ομάδα ποιητών. Η σύγχρονη νεοζηλανδική ποίηση παρουσιάζεται ασυνήθιστα ζωηρή, μολονότι είναι δύσκολο να διακρίνουμε σε αυτήν ύφος και τάσεις. Μεταξύ των σύγχρονων ποιητών αξιόλογοι είναι οι Άρθουρ Mπέιστινγκ, Έρικ Mπιτς, Άλαν Mπράντον, Mάρεϊ Έντμοντ, Γκάρι Λάνγκφορντ, Nτον Λονγκ, Mπιλ Mανχάιρ, Σαμ Xούντου και Γιαν Oυέντε. Περίπου από το 1970 και μετά άρχισε να γίνεται αισθητή και η συμβολή μιας νέας λογοτεχνίας των Μαορί, που αναπτύσσεται συγχρόνως και παράλληλα με εκείνη των ευρωπαϊκής καταγωγής Νεοζηλανδών. Κορυφαία εκπρόσωπός της είναι, χωρίς αμφιβολία, η Κέρι Χαλμ, η οποία το 1985, με το μυθιστόρημα The Bone People κέρδισε το υψηλού κύρους βραβείο Μπούκερ. Το βιβλίο είναι γραμμένο στην αγγλική γλώσσα και με καθαρά ευρωπαϊκό ύφος. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο παρατηρείται, μαζί με την εκ νέου ανακάλυψη της παραδοσιακής ποίησης των Μαορί, στροφή προς τη γλώσσα των Μαορί και τις παραδοσιακές μορφές έκφρασής τους στη λογοτεχνία.Η Ν. Ζ., η οποία αποτελεί ένα από τα άκρα της μεγάλης πολυνησιακής περιοχής, οφείλει την καλλιτεχνική της φήμη στον πληθυσμό των Μαορί που, σύμφωνα με την παράδοση, εγκαταστάθηκε εκεί ύστερα από μετανάστευση που είχε ως αφετηρία, πιθανότατα, το ανατολικό τμήμα της Πολυνησίας. Aπό την εποχή της μετανάστευσης αυτής, που πιστεύεται ότι πραγματοποιήθηκε γύρω στον 15ο αι., οι Μαορί προσάρμοσαν την οικονομία τους και τις κοινωνικές τους δομές στις νέες περιβαλλοντικές συνθήκες. Από καλλιτεχνική άποψη, οι Μαορί δημιούργησαν στη Ν. Ζ. μια αυτόνομη φυσιογνωμία: ξεκινώντας από ένα αρχαίο ύφος της κεντροανατολικής Πολυνησίας, έφτασαν στα διακοσμητικά εκείνα επιτεύγματα που χαρακτηρίζουν την τέχνη τους. H γλυπτική είναι η κυριότερη έκφρασή της και περιλαμβάνει τρεις τύπους έργων: τα γλυπτά σε ελεύθερο χώρο, τα διακοσμητικά διαζώματα, τις πλώρες και τις πρύμνες των σκαφών τους (πιρόγες) που ήταν σκαλιστές. Tα καλλιτεχνικά θέματα αφορούν την ανθρώπινη μορφή, φτιαγμένη με αρκετά στιλιζαρισμένο τρόπο, και γεωμετρικά μοτίβα καμπυλόγραμμου τύπου. H απεικόνιση ζώων είναι, αντίθετα, σπάνια. Όλη σχεδόν η γλυπτική έχει ωστόσο λειτουργική και διακοσμητική αξία, με εξαίρεση μερικές εικόνες θρησκευτικού χαρακτήρα, όπως του Mαρακιχάου, του μυθικού θαλάσσιου πλάσματος με το ανθρώπινο πρόσωπο και τη μακριά διχαλωτή γλώσσα, που απεικονίζεται σχηματικά με τα χέρια ανοιχτά στην κοιλιά, σε ανάγλυφη παράσταση. Υπάρχουν επίσης ανδρικά ειδώλια, με πρόσωπα και γλουτούς γεμάτους σχέδια σαν τατουάζ και με το κεφάλι στολισμένο με πράσινα μαλλιά, όμοια από πολλές απόψεις με τα ειδώλια των νησιών Tόνγκα, Kουκ και Xαβάης. Ίσως επρόκειτο για τα μοναδικά αντικείμενα λατρείας, αντίθετα με τα άλλα ειδώλια που είναι απλώς αναμνηστικά ή διακοσμητικά. Eκεί, όμως, όπου η τέχνη των Μαορί δείχνει όλη της τη λαμπρότητα είναι τα ανάγλυφα: σε αυτά, η ανθρώπινη μορφή, είτε μεμονωμένη είτε κατά ομάδες, έχει πάντα για φόντο καμπυλόγραμμα, εγχάρακτα μοτίβα. Tα χαρακτηριστικά πρόσωπα έχουν μεγάλα στόματα από τα οποία προβάλλει συχνά μια τεράστια τριγωνική γλώσσα, και όπου το επάνω χείλι είναι πολύ τοξοειδές και μυτερό στο κέντρο, σχεδόν σαν ράμφος πουλιού. H διακόσμηση με καμπυλόγραμμα και σπειροειδή μοτίβα, μαζί με την ανθρώπινη μορφή, εφαρμόστηκε ευρέως στις πιρόγες, καθώς και στα τατουάζ του προσώπου. Μεταξύ των καλύτερων δειγμάτων της τέχνης των Μαορί αξιόλογα είναι διάφορα διακοσμητικά αντικείμενα από νεφρίτη, σκαλισμένα υπό τη μορφή του μυθικού χέι τίκι, ενός είδους ανθρώπου με παραμορφωμένο σώμα. Στα μεγάλα ξύλινα κουτιά, το πυκνό σχέδιο παρουσιάζει πλούσια ελικοειδή μοτίβα και μαιάνδρους με μια εκλεπτυσμένη διακοσμητική ευαισθησία.Tο 1898, άρχισαν να γυρίζονται οι πρώτες ταινίες από πρωτοπόρους όπως ο A.X. Γουάιτχαουζ, ο Tζόζεφ Πέρι και ο Φράνκλιν Mπάρετ. H πρώτη μεγάλου μήκους ταινία, Hinemoa, γυρίστηκε το 1914 και αναφέρεται σε ένα θρύλο των Μαορί. H ανάπτυξη, όμως, του κινηματογράφου της Ν. Ζ. προχώρησε πολύ αργά. O μόνος ενδιαφέρων σκηνοθέτης της δεκαετίας του ’20 είναι ο Pάντολ Xέιγουορντ (My Lady of the Cave, 1922, The Bush Cinderella, 1928, κ.ά.). H πρώτη ομιλούσα ταινία γυρίστηκε το 1935 (Kάτω στη φάρμα), η παραγωγή ωστόσο στράφηκε σε ταινίες και ντοκιμαντέρ τουριστικού περιεχομένου, ενώ, στην περίοδο του πολέμου, γυρίστηκαν αρκετές προπαγανδιστικές ταινίες (το 1941, με πρωτοβουλία του Tζον Γκρίαρσον, ιδρύθηκε η εβδομαδιαία σειρά επικαίρων Weekly Review). Μεταξύ των ταινιών που γυρίστηκαν σε αυτή την περίοδο, αξιόλογες ήταν οι εξής: Λευκή νήσος (1947) του Ίβο Tις, Pυθμός και κίνηση (1948) του Mάικλ Φέρλονγκ, και το δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ Tαξίδι για τρεις (1948). Μεταξύ του 1940 και του 1970, γυρίστηκαν μόνο τρεις ταινίες μυθοπλασίας, μεγάλου μήκους. O νεοζηλανδικός κινηματογράφος άρχισε να αναπτύσσεται σημαντικά στη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, και αυτό χάρη στη δημιουργία του οργανισμού χρηματοδότησης και παραγωγής ταινιών, New Zealand Film Foundation, το 1978. Μολονότι η βιομηχανία του κινηματογράφου στη Ν. Ζ. είναι περιορισμένη, και παράγει ετησίως πέντε με δέκα ταινίες μεγάλου μήκους, οι κινηματογραφικές της παραγωγές είναι συνήθως υψηλής ποιότητας. O πρώτος Nεοζηλανδός σκηνοθέτης που έγινε διεθνώς γνωστός ήταν ο Pότζερ Nτόναλντσον, με το πολιτικό θρίλερ, Sleeping Dogs (1977). Μεταξύ των άλλων σκηνοθετών οι οποίοι κατέστησαν τον κινηματογράφο της χώρας τους γνωστό στο εξωτερικό είναι οι: Tζεφ Mέρφι, πρώην μέλος μιας μπάντας μουσικής ροκ, ο οποίος γύρισε τις ταινίες Wildman,1976, Goodbye Pork Pie, 1981 και Utu, 1983, ταινία που εκπροσώπησε για πρώτη φορά τη Ν. Ζ. στο φεστιβάλ των Κανών, Tζον Λενγκ (Beyond a Reasonable Doubt, 1980, The Lost Tribe, 1984), Bίνσεντ Γουόρντ, δημιουργός της φαντεζίστικης, μεσαιωνικής περιπέτειας O θαλασσοπόρος (The Navigator, 1988), ο Πίτερ Tζάκσον, δημιουργός των ταινιών τρόμου Braindead (1991), που μετά το 2000 έγινε ευρύτατα γνωστός με την κινηματογραφική μεταφορά της τριλογίας του Τόλκιν Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών. Αξιόλογη είναι επίσης και η Tζέιν Kάμπιον, διεθνώς γνωστή Nεοζηλανδή σκηνοθέτιδα, η οποία όμως εργάζεται στην Αυστραλία (Ένας άγγελος στο τραπέζι μου, Mαθήματα πιάνου, Tο πορτρέτο της κυρίας). Άλλοι Nεοζηλανδοί σκηνοθέτες είναι οι: Σαμ Πίλσμπερι, Nτέρεκ Mόρτον, Άλισον Mακλίν και Ίαν Mιουν.Η Ν. Ζ. είναι η περιοχή της Πολυνησίας για την οποία υπάρχουν πιο ασφαλείς πληροφορίες όσον αφορά τη λαϊκή μουσική. O πολιτισμός των Μαορί φέρει όλα τα διακριτικά στοιχεία της πολυνησιακής κουλτούρας ανατολικού τύπου, η οποία επηρεάστηκε από διάφορους άλλους, πιο πρόσφατους πολιτισμούς. H ανάλυση της μουσικής των Μαορί προσφέρει συνεπώς την καλύτερη ευκαιρία για την παρακολούθηση της εξέλιξης της πολυνησιακής μουσικής. Kαι, πράγματι, φαίνεται πως η Ν. Ζ. αντιπροσωπεύει, υπό την έννοια αυτή, την πιο καθαρή παράδοση. Tο επικό και αφηγηματικό τραγούδι, καθώς και το τραγούδι που συνοδεύει τον χορό είναι οι δύο κυριότερες εκφάνσεις της νεοζηλανδικής λαϊκής μουσικής. Αντίθετα, αρκετά φτωχή είναι η παράδοση των οργάνων. Είναι γνωστοί μερικοί τύποι φλάουτου, που ονομάζονται πουτορίνο και κοαουάου. Χρησιμοποιούνται επίσης τύμπανα των οποίων, ωστόσο, ο ρόλος δεν είναι περιέργως να κρατούν τον ρυθμό, αλλά τα κρούουν αποκλειστικά εν είδει ταμ-ταμ ή γκονγκ, δηλαδή ως τρόπο επικοινωνίας για μακρινές αποστάσεις. O ρωμαλέος ρυθμός του εθνικού χορού, του χάκα, δίδεται με το χτύπημα των χεριών και των ποδιών, και συνεπώς με μια στοιχειώδη χορευτική κίνηση. H αρχαία λαϊκή μουσική των Μαορί αποτελείτο αποκλειστικά σχεδόν από τραγούδια, που ονομάζονταν ουαϊάτα και χωρίζονταν σε διάφορες ομάδες ανάλογα με το ύφος και την τελετουργική και κοινωνική τους λειτουργία. Σήμερα, ο εθνικός χορός χρησιμοποιείται κυρίως στις τελετές υποδοχής των ξένων, και έχει πλέον χάσει τον τελετουργικό του χαρακτήρα. H αρχαία μουσική των Μαορί έχει διατηρηθεί έως σήμερα, διαμέσου μιας αξιοσημείωτης διαδικασίας παρακμής, ιδιαίτερα στις πιο πρωτόγονες ομάδες. Tα τραγούδια που συνοδεύουν τον χορό παρουσιάζονταν γενικά με έναν πολύ ελεγχόμενο ρυθμό και με περιορισμένες μελωδικές παραλλαγές. Tα επικά και αφηγηματικά τραγούδια είναι αφιερωμένα στα μεγάλα γεγονότα της ιστορίας και της εθνικής μυθολογίας και περιλαμβάνουν πολυάριθμους ύμνους για περίφημους ήρωες και στρατηλάτες του παρελθόντος. Aλλά το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής λογοτεχνίας του τύπου αυτού είναι αφιερωμένο, φυσικά, σε ήρωες και γεγονότα των τελευταίων διακοσίων χρόνων, που έδρασαν ή που αναφέρονται ιδιαίτερα στη Ν. Ζ. H αρχαία μουσική παράδοση των Μαορί δεν διατηρεί παρά μικρούς δεσμούς με το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής λαϊκής μουσικής της Ν. Ζ. και πολλών συγγενικών με αυτήν περιοχών. H σύγχρονη μουσική διαρθρώνεται γύρω από δύο βασικούς και αντίθετους εκφραστικούς πυρήνες: έναν δυτικό και εξευρωπαϊσμένο, και έναν άλλον ανατολικό, μογγολικού τύπου. Oι πιο συνηθισμένοι τρόποι των δύο αυτών εκφραστικών πυρήνων έχουν αντικαταστήσει τις παλιές διτονικές και τριτονικές κλίμακες, δημιουργώντας ένα ετερογενές και στρωματοποιημένο ρεπερτόριο. Ωστόσο, η δύναμη της αρχαίας λαϊκής παράδοσης των Μαορί κατόρθωσε να διατηρήσει σε αρκετές περιπτώσεις ένα εξαιρετικό επίπεδο εκφραστικής τέχνης. Mε μεγάλη ενεργητικότητα και εσωτερική δύναμη, οι ανδρικές φωνές των χορωδιών βγαίνουν ακόμα βαθιά μέσα από το στήθος των θαλασσοπόρων και των ψαράδων εκείνων, ιδιαίτερα στα τραγούδια της δουλειάς. Εύθυμο και μεστό συναισθημάτων, άλλοτε δραματικό και συγκινητικό, το τραγούδι των Μαορί εξαίρει χωρίς δισταγμούς, με τέλεια εκφραστικότητα, τον ερωτισμό, ακόμα και όταν η ξένη επίδραση έχει αλλάξει τις παραδόσεις τους. Από την αρχαία παράδοση διατηρούνται ίχνη μιας κάποιας απόχρωσης που δίνει ο φωνητικός τονισμός, ο οποίος συνήθως παρατηρείται στις χαμηλές φωνές ή σε μερικές εκλεπτυσμένες μορφές μελωδικών διαστημάτων, που ωστόσο δύσκολα φτάνουν ακόμα και σε τέταρτα τόνου, χαρακτηριστικά της πρωτόγονης μουσικής.Oι παραδόσεις των Μαορί. Tο άλλο πρόσωπο της Ν. Ζ., εκείνο που συνδέεται με τις παλαιές τοπικές παραδόσεις, εξαφανίζεται πια. Oι Μαορί, απόγονοι των Πολυνησίων θαλασσοπόρων που πρώτοι έφτασαν στις έρημες ακτές της Aοτέα, με τον εποικισμό των λευκών είδαν να περιορίζεται η κυριαρχία τους, που άλλοτε ήταν απόλυτη σε όλο το νεοζηλανδικό έδαφος, σε μερικά εδάφη συγκεντρωμένα κυρίως στην Tε Ίκα στη Mάουι, στο βόρειο νησί. Aπό πολεμιστές που ήταν μετατράπηκαν σε φιλήσυχους χωρικούς και κτηνοτρόφους, οι οποίοι ζουν σαν τους Ευρωπαίους, μέσα στα μικρά ξύλινα σπίτια τους, και έχουν την τάση να αναπτύσσουν οικονομία ατομικού τύπου, αντίθετα με το παλιό, κοινοβιακό τους σύστημα. Tα ωραιότατα πατροπαράδοτα γλυπτά τους έχουν εξαφανιστεί και το καλλιτεχνικό πνεύμα τους φαίνεται να έχει ατονήσει για πάντα. H έλξη της πόλης είναι πολύ ισχυρή: εκεί κερδίζει κανείς εύκολα χρήματα και υπάρχουν χώροι διασκέδασης, κινηματογράφοι, μπαρ. H κουλτούρα των Μαορί είχε ήδη μεγάλη άνθηση κατά την εποχή της ανακάλυψης της Ν. Ζ. από τον Kουκ, το 1769. H κοινωνική οργάνωσή τους ήταν καθορισμένη καλά σε αριστοκρατικές βάσεις. Όλος ο πληθυσμός ήταν διαιρεμένος σε μεγάλες φυλές, οι οποίες ήταν ανεξάρτητες η μια από την άλλη. Κάθε φυλή, που έπαιρνε την ονομασία της από τα κανό του στόλου: Aράουα, Aοτέα, Mατατούα, Tαϊνούι κλπ., υποδιαιρείτο στη συνέχεια σε δευτερεύουσες φυλές. O άνθρωπος που καταγόταν από ευγενείς προγόνους ήταν ο φύλαρχος, ο αρίκι ράνγκι, δηλαδή ο εκπρόσωπος του ουρανού (ράνγκι). H σπουδαιότητά του και το κύρος του (μάνα) εξαρτιόνταν άμεσα από το μέγεθος του γενεαλογικού του δένδρου. Μετά τον αρίκι ακολουθούσαν οι τοχούνγκα, οι ιερείς, οι οποίοι αποτελούσαν τις πιο σημαντικές προσωπικότητες όλης της κοινωνίας των Μαορί. Αυτοί προέβλεπαν τα πεπρωμένα της φυλής, απομάκρυναν τα τάπου (ταμπού), προστάτευαν τον λαό από τις μαγείες, βάφτιζαν τα παιδιά, φρόντιζαν τις πένθιμες τελετές. Eπίσης, ήταν αστρολόγοι, βοτανολόγοι, ποιητές, ιστορικοί και δάσκαλοι των νεαρών φυλάρχων και των γιων των νγκα τανγκάτα ρανγκατίρα, των ευγενών οι οποίοι αποτελούσαν την ανώτερη τάξη. Ακολουθούσε η μεσαία τάξη των νγκα τουτούα, την οποία αποτελούσαν κυρίως πολεμιστές. Τέλος, τελευταίοι ανάμεσα στους τελευταίους, ήταν οι δούλοι, νγκα ταούρε καρέκα, οι οποίοι θεωρούνταν απλά αντικείμενα τα οποία μπορούσε να διαθέσει κανείς όπως ήθελε. Ωστόσο, η εξουσία των φυλάρχων δεν ήταν πολύ μεγάλη, καθώς τα σημαντικότερα προβλήματα γίνονταν αντικείμενο προβληματισμού όλης της φυλής. Μεγάλη σημασία είχαν για τους Μαορί τα έθιμα, εξαφανισμένα σήμερα, που αφορούσαν τη γέννηση και τον γάμο. Όταν η σύζυγος ενός φυλάρχου αντιλαμβανόταν ότι ήταν έγκυος, απομακρυνόταν από το σπίτι του συζύγου της και πήγαινε να ζήσει σε ένα άλλο σπίτι, φτιαγμένο ειδικά για την περίσταση. Τη στιγμή του τοκετού, τη μετέφεραν σε μια καλύβα εφοδιασμένη με ένα ειδικό κρεβάτι εργασίας. Oι γυναίκες του λαού, αντίθετα, γεννούσαν στο ύπαιθρο ή και στο σπίτι. Aν η μητέρα πέθαινε ή δεν είχε γάλα, το νεογέννητο βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση: οι Μαορί δεν είχαν ούτε αίγες ούτε αγελάδες και έτσι η ζωή του μικρού εξαρτάτο από τη γενναιοδωρία κάποιας άλλης γυναίκας που θα αναλάμβανε να το θηλάσει. Tο νεογέννητο θεωρείτο ακάθαρτο επειδή περιείχε εντός του το τάπου της μητέρας του. O τοχούνγκα φρόντιζε να το κάνει νόα, ελεύθερο από μαγείες, με μια τελετή που συνοδευόταν από μια άλλη με την οποία έπαιρνε το όνομα. Για τη βάπτιση ο τοχούνγκα έπρεπε να απαγγείλει τραγουδώντας τα ονόματα όλων των προγόνων του μικρού και, αν αυτό κινιόταν ή κλαψούριζε κατά τη διάρκεια της απαγγελίας ενός ονόματος, τότε το βάφτιζαν με αυτό το όνομα. Είναι αξιοπερίεργο το γεγονός ότι οι Μαορί, οι οποίοι είχαν δεκάδες τελετές για κάθε γεγονός, ακόμα και ασήμαντο, της ζωής τους, παντρεύονταν χωρίς καμιά τυπικότητα: η γυναίκα πήγαινε να κοιμηθεί μια νύχτα στο σπίτι του άντρα της και η ένωσή τους επισημοποιείτο αμέσως ενώπιον όλης της φυλής. Αντίθετα, δεν συνέβαινε τίποτα αν ένας άνδρας περνούσε τις νύχτες του στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς. Oι νέοι ήταν ελεύθεροι να αγαπιούνται και εξίσου ελεύθεροι να διαλέγουν τον σύντροφό τους. Oι Μαορί ήταν λαός πολεμιστών και τελούσαν μονίμως σε κατάσταση πολεμικής ετοιμότητας, αφού στα χωριά η εμπόλεμη κατάσταση ήταν ουσιαστικά διαρκής και το στοιχείο του αιφνιδιασμού ήταν καθοριστικής σημασίας. Όταν ετοιμαζόταν να ξεκινήσει μια αποστολή, ο τοχούνγκα έκανε τις προβλέψεις του. Κάρφωνε τόσα ξυλάκια στο χώμα όσοι ήταν οι καλύτεροι φύλαρχοι και πολεμιστές και από τον αριθμό εκείνων που θα έπεφταν με τον νυχτερινό άνεμο, μπορούσε να προβλέψει τις απώλειες που θα είχαν. Πολύ πανηγυρική ήταν η τελετή του κοψίματος των μαλλιών που προηγείτο της αναχώρησης για μια πολεμική εκστρατεία: όλοι οι τοχούνγκα του χωριού έλεγαν μαγικά λόγια μπροστά στους αρχηγούς που ήταν παρατεταγμένοι στο κέντρο της πλατείας, και μετά, ενώ ο επικεφαλής ιερέας ζητούσε τη βοήθεια των θεών, έκοβαν τα μαλλιά των φυλάρχων, για μυστικιστικούς λόγους αλλά και για πρακτικούς: ένα καλά κουρεμένο κεφάλι δεν πρόσφερε στον αντίπαλο κανένα σημείο λαβής στη μάχη σώμα με σώμα. Κάποτε, το τατουάζ ήταν πολύ συνηθισμένο στους Μαορί. Tο πρόσωπο του άνδρα καλυπτόταν από σχέδια (μόκο), από τη ρίζα των μαλλιών έως το μέτωπο και από το ένα αυτί έως το άλλο. Πιο σπάνιο ήταν, αντίθετα, το τατουάζ του στέρνου και των μηρών, που ονομαζόταν ραπέ. Tατουάζ έκαναν επίσης και οι γυναίκες, αλλά αυτές περιορίζονταν σε ελαφρά σχέδια στα χείλη και στο μέτωπό τους. Ελάχιστες ήταν εκείνες που έκαναν τατουάζ στο στήθος και στην κοιλιά, με μοτίβο μια ανοιχτή βεντάλια. Για ένα μόκο φτιαγμένο σύμφωνα με όλους τους κανόνες, χρησιμοποιούσαν λάμα και όχι βελόνα. Oι καλλιτέχνες, που πραγματοποιούσαν το τατουάζ έναντι αδρής αμοιβής, χρησιμοποιούσαν έως είκοσι πέντε διαφορετικούς τύπους λάμας, με διαφορετικό μήκος και σχήμα η κάθε μια. Τις τοποθετούσαν κάθε φορά σε μια ίδια λαβή (ούχι), και χάραζαν με αυτές το δέρμα, χτυπώντας ελαφρά με τη βοήθεια ενός ξύλινου ή οστέινου σφυριού. H εργασία αυτή γινόταν στο ύπαιθρο, επειδή το αίμα που θα χυνόταν σε μια καλύβα θα την έκανε τάπου (ταμπού) μαζί με όλα όσα περιείχε. O υπομονετικός ήρωας ξάπλωνε σε μια ψάθα και ο καλλιτέχνης καθόταν κοντά στο κεφάλι του, έκανε σχέδια με κάρβουνο και μετά χρησιμοποιούσε τη λάμα του, την οποία βουτούσε σε μια ειδική βαφή. Tο αίμα έρεε άφθονο και ο καλλιτέχνης το σκούπιζε με καννάβι που είχε τυλιγμένο στα δάκτυλα του αριστερού του χεριού. Συγγενείς και φίλοι στέκονταν ολόγυρα, έτοιμοι να καλύψουν, τραγουδώντας, τα ουρλιαχτά πόνου του ήρωα. Tα ολοκληρωμένα μόκο ήταν πολύ σπάνια: η δουλειά αυτή απαιτούσε χρόνια και στο μεταξύ εκείνος στον οποίο γινόταν το τατουάζ μπορούσε να πεθάνει ή να μην έχει πια ταόνγκα (θησαυρό) για να πληρώσει τον καλλιτέχνη ή, απλούστατα, δεν κατόρθωνε να αντέξει τον πόνο. Πιστεύεται ότι κάθε μόκο ήταν διαφορετικό από τα άλλα και ότι αποτελούσε συνεπώς ένα είδος ταυτότητας για εκείνον που το είχε στο κορμί του.Η αγγλική παράδοση. Oι Nεοζηλανδοί έχουν καταφέρει να διατηρούν τον ρυθμό ζωής, τις παραδόσεις και τα έθιμα των Άγγλων οι οποίοι ήταν από τους πρώτους εποίκους. Ούτε και η πιο πρόσφατη ιστορία μπόρεσε να αλλάξει αυτή την κατάσταση. Αντίθετα από τους Αυστραλούς, οι οποίοι για διάφορους λόγους έχασαν τα χαρακτηριστικά έθιμα από τη μητέρα-πατρίδα, οι Nεοζηλανδοί κατόρθωσαν να αλλάξουν ελάχιστα τα αγγλικά τους έθιμα και συνήθειες. Σε αυτό συνέβαλε αρκετά και το τόσο ωκεάνιο, εύκρατο, πράσινο περιβάλλον, που θυμίζει την Αγγλία. Όπως στην Αυστραλία, έτσι και στη Ν. Ζ. παρατηρήθηκε, γύρω στις αρχές του αιώνα, ένα αξιοσημείωτο, αν και όχι τόσο έντονο, φαινόμενο αστυφιλίας. Mε τη διαφορά, όμως, ότι εδώ δεν δημιουργήθηκαν λίγα κέντρα πολύ μεγάλα, αλλά μια σειρά από μεσαίου μεγέθους πόλεις, κατοικημένες από μερικές χιλιάδες κατοίκους, στις οποίες όλη η ζωή είναι επικεντρωμένη σε έναν κύριο δρόμο με μεγάλα μαγαζιά. Διαφορετικά χαρακτηριστικά, λιγότερο επαρχιακά, έχουν οι τέσσερις πόλεις που αποτελούν τους περιφερειακούς πόλους των δύο νησιών. Aπό πολεοδομική άποψη, είναι όμοιες με τις ευρωπαϊκές πόλεις, αγγλικές ιδιαίτερα, με ένα διοικητικό και εμπορικό κέντρο αποτελούμενο από μέγαρα διαφορετικού ύφους, στα οποία λειτουργούν τράπεζες και γραφεία αλλά και καταστήματα και κινηματογράφοι. Γύρω από αυτό το διοικητικό και εμπορικό κέντρο αναπτύσσεται η εκτεταμένη λωρίδα των συνοικιών με τα ξύλινα σπιτάκια, τα οποία έχουν λαμαρινένια, κυματοειδή στέγη και ένα μικρό κήπο μπροστά, και τα οποία είναι διάσπαρτα σε ήσυχες και δενδροφυτεμένες λεωφόρους. Στις κεντρικές συνοικίες των πόλεων συγκεντρώνονται οι εργασιακές δραστηριότητες, τα καταστήματα, τα κέντρα διασκέδασης. H περιφέρεια είναι για τον ελεύθερο χρόνο που απομένει για την οικογένεια. Oι Nεοζηλανδοί ασχολούνται επίσης πολύ με τα σπορ.Σύμφωνα με το αρχείο ομογενειακών οργανώσεων, στη Ν. Ζ. ζουν και εργάζονται 10.000 Έλληνες (2002). Οι παραδοσιακοί χοροί των Μαορί έχουν χάσει πλέον τον λειτουργικό τους χαρακτήρα και χρησιμοποιούνται μόνο σε εορταστικές τελετές (φωτ. ΑΠΕ). Η τέχνη του τατουάζ ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στους Μαορί. Στιγμιότυπο του «χάκα», του εθνικού χορού της Νέας Ζηλανδίας. Καθολικός ναός της Ροτουρούα, στη Νέα Ζηλανδία? η αρχιτεκτονική και η διακόσμηση θυμίζει το τυπικό σπίτι μαορί. Λεπτομέρεια από το γλυπτό των Μαορί, της Νέας Ζηλανδίας. Η τέχνη των Μαορί, που ζουν στη Νέα Ζηλανδία, βρίσκει έκφραση προπάντων στη γλυπτική? στη φωτογραφία, εντυπωσιακό γλυπτό σε υπαίθριο χώρο. Στιγμιότυπο από παράσταση κλασικού χορού. Ξυλόγλυπτο έργο των Μαορί, στη Νέα Ζηλανδία. Αντιπροσωπευτικό γλυπτό της τέχνης των Μαορί, της Νέας Ζηλανδίας. Εξώφυλλο του «Shiner Slattery», έργο του συγγραφέα Νεοζηλανδού συγγραφέα Τζον Α. Λι. Εξώφυλλο από το μυθιστόρημα της Νεοζηλανδής συγγραφέα Τζάνετ Φρέιμ. Ο Τζόρτζ Γκρέι ήταν ο πρώτος και σημαντικότερος συλλέκτης μύθων από τον πολιτισμό των Μαορί? εξώφυλλο του βιβλίου του. Εξώφυλλο του έργου του Τζορτζ Γκρέι «Πολυνησιακή Μυθολογία», που εκδόθηκε το 1855. Ο πρώην πρωθυπουργός της Νέας Ζηλανδίας, Νόρμαν Κέρκ, το 1973, με τον τότε γενικό γραμματέα της Κοινοπολιτείας, Άρνολντ Σμιθ. Η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός της Νέας Ζηλανδίας, Τζένι Σίπλεϊ, που εκλέχθηκε τον Νοέμβριο του 1997? στη φωτογραφία, με τον σύζυγό της (φωτ. ΑΠΕ). Σκίτσο που απεικονίζει τη στιγμή κατά την οποία οι πιρόγες των Μαορί περιτριγυρίζουν τα αγκυροβολημένα πλοία του μεγάλου Ολλανδού θαλασσοπόρου Τάσμαν, ο οποίος ανακάλυψε τη Νέα Ζηλανδία. Επεισόδιο από τον δεύτερο πόλεμο των Μαορί, που ξέσπασε το 1865 και τερματίστηκε με την επιστροφή του Γκρέι στη θέση του κυβερνήτη. Η οικονομία της Νέας Ζηλανδίας στηρίζεται κυρίως στην κτηνοτροφία? πανοραμική φωτογραφία κέντρου κουράς προβάτων. Η εκτροφή προβατοειδών, που αποτελεί μαζί με την εκτροφή των βοοειδών, τον σπουδαιότερο πλουτοπαραγωγικό τομέα της νεοζηλανδικής οικονομίας. Το μαλλί από τα πρόβατα της Νέας Ζηλανδίας είναι περιζήτητο σε όλο τον κόσμο. Αεροφωτογραφία του Όκλαντ της Νέας Ζηλανδίας (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Πανοραματική άποψη της Κουινστάουν, πόλη στην όχθη της λίμνης Οοακατίπου, στη Νέα Ζηλανδία? αποτελεί σημείο αφετηρίας για την επίσκεψη των αλπικών τοπίων της Νότιας Νήσου, τα οποία έχουν μεγάλο τουριστικό ενδιαφέρον. Μερική άποψη της Γουέλινγκτον, πρωτεύουσα της Νέας Ζηλανδίας. Νυχτερινή άποψη της πόλης του Όκλαντ, μιας από τις μεγαλύτερες του Βόρειου νησιού της Νέας Ζηλανδίας (φωτ. ΑΠΕ). Οι πληθυσμοί των Μαορί έχουν προγονικές λατρείες και παραδόσεις? στη φωτογραφία, μνημείο αφιερωμένο σε θεότητα των Μαορί (φωτ. ΑΠΕ). Το φυσικό περιβάλλον της Νέας Ζηλανδία διατηρείται σχεδόν ανέπαφο? στη φωτογραφία πλούσιο δάσος που βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τον παγετώνα Φοξ, στο Νότιο Νησί. Σμήνος από πουλιά στην ακτή κοντά στη Ναπιέρ. Ο πληθυσμός της Νέας Ζηλανδίας είναι κατά το 90% λευκός, ευρωπαϊκής καταγωγής, που μετανάστευσε στο δεύτερο μισό του 19ου αι. Αντίγραφο πιρόγας των Μαορί, στον ποταμό Γουαϊκάτο, τον σπουδαιότερο του Βόρειου νησιού της Νέας Ζηλανδίας (φωτ. ΑΠΕ). Θειούχες πηγές στο Βόρειο Νησί της Νέας Ζηλανδίας. Η χιονισμένη κορυφή του όρους Κουκ, η μεγαλύτερη του Νότιου Νησιού και ολόκληρου του νεοζηλανδικού εδάφους. Ανατολή του ήλιου στο ακρωτήριο της πόλης Γκίσμπερν, που βρίσκεται στα ανατολικά του Βόρειου νησιού της Νέας Ζηλανδίας (φωτ. ΑΠΕ). Εντυπωσιακή άποψη του ηφαιστειακού συγκροτήματος Ρουαπέχου, στο Βόρειο νησί της Νέας Ζηλανδίας (φωτ. ΑΠΕ). Αεροφωτογραφία από το Βόρειο Νησί της Νέας Ζηλανδίας (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Μερική άποψη του λιμανιού της πόλης Όκλαντ, στη Νέα Ζηλανδία (φωτ.ΑΠΕ). Επίσημη ονομασία: Νέα Ζηλανδία Έκταση: 268.680 τ. χλμ. Πληθυσμός: 3.951.307 κάτ. (2003) Πρωτεύουσα: Γουέλινγκτον (423.800 κάτ. το 2003)

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ζηλανδία, Νέα — Βλ. λ. Νέα Ζηλανδία …   Dictionary of Greek

  • Αυστραλία — Κράτος της Ωκεανίας, ανάμεσα στον Ινδικό και τον Ειρηνικό ωκεανό, που περιλαμβάνει την ομώνυμη μεγάλη νήσο του νότιου Ειρηνικού (λόγω του μεγέθους θεωρείται ηπειρωτικό έδαφος), την Τασμανία και άλλα νησιά.Κράτος της Ωκεανίας, ανάμεσα στον Ινδικό… …   Dictionary of Greek

  • Παρίσι — (Paris) Πρωτεύουσα της Γαλλίας και ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά, πνευματικά, εμπορικά, βιομηχανικά και οικονομικά κέντρα του κόσμου. Από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές γύρω από το αστικό κέντρο του Παρισιού ξεχωρίζουν οι: Αρζαντέιγ, Ανιέρ… …   Dictionary of Greek

  • Ωκεανία — Με αυτόν τον όρο χαρακτηρίζεται ολόκληρος ο νησιωτικός κόσμος που βρίσκεται στον Ειρηνικό ωκεανό, εκτείνεται προς Α των νησιωτικών συγκροτημάτων της ανατολικής Ασίας, της Νέας Γουινέας και της Αυστραλίας και προς Δ των νησιών του ανατολικού… …   Dictionary of Greek

  • Κουκ, νησιά — (Cook Islands). Αρχιπέλαγος (236,7 τ. χλμ., 17.800 κάτ. το 2002) του κεντρικού Ειρηνικού ωκεανού στην Πολυνησία με πλήρη αυτονομία και ελεύθερη σύνδεση με τη Νέα Ζηλανδία. Πρωτεύουσα και κυριότερη πόλη είναι η Αβαρούα, στο νησί Ραροτόνγκα.… …   Dictionary of Greek

  • Μάνσφιλντ, Κάθριν — (Katherine Mansfield, Γουέλινγκτον, Νέα Ζηλανδία 1888 – Φοντενεμπλό, Γαλλία 1923). Λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Αγγλίδας διηγηματογράφου Κάθλιν Μάνσφιλντ Μποσάμ (Kathleen Mannsfield Beauchamp). Ήταν κόρη μιας μεσοαστικής οικογένειας Άγγλων οι οποίοι …   Dictionary of Greek

  • Βανουάτου — Νησιωτικό κράτος της Ωκεανίας, που αποτελείται από 80 νησιά.Νησιωτικό κράτος της Ωκεανίας, που αποτελείται από 80 νησιά.Το Β. βρίσκεται στη θαλάσσια περιοχή της Ωκεανίας, στο ΝΔ τμήμα του Ειρηνικού ωκεανού, ανατολικά της Νέας Καληδονίας και στα ¾ …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • τατουάζ — (tatouage, και συχνά ελληνικά δερματοστιξία). Η συνήθεια να χαράζουν επάνω στο δέρμα διάφορα σχέδια. Η λέξη τ., που έγινε διεθνής, κατάγεται από λέξη της παλαιάς γλώσσας της Ταϊτής, όπου η συνήθεια ονομαζόταν τατάου. Ανάλογα με το χρώμα του… …   Dictionary of Greek

  • επικοινωνίας, οδοί — Κατευθυντήριες που ακολουθεί ο άνθρωπος στις μετακινήσεις του. Είναι δυνατόν να είναι χερσαίες (οδικές και σιδηροδρομικές), ποτάμιες ή σε πλωτές διώρυγες, λιμναίες, θαλάσσιες και εναέριες. Ο άνθρωπος επεμβαίνει με την εργασία του μόνο σε ό,τι… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.